Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

DONNA FUGATA


Κύλησε πάνω της ζεστό. Ανατρίχιασε. Στο στήθος, στο λαιμό,στα χέρια. Κύταρρα που ξύπνησαν. Δικά της, ξεχασμένα. Γλυκιά αίσθηση. Έκλεισε τα μάτια και τράβηξε τις παλάμες πάνω στα βρεγμένα μαλλιά της. Τα ένοιωθε να μουσκεύουν και να κολάνε στους ώμους της σαν χέρια. Σαν χέρια που έλειπαν. Σαν χέρια που υπήρξαν. Σαν...
Νερό. Καυτό.Λυτρωτικό. Καιρό τώρα,αυτές ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής της. Κάτω απ το καυτό νερό που έτρεχε. Αφηνόταν. Σε αυτή την ηδονική αίσθηση που δεν απαιτούσε ανταλλάγματα. Ξεπηδούσε από μέσα της όπως ακριβώς το ζεστό νερό απ το ντους. Την τύλιγε. Στην αρχή σαν ανατριχίλα και μετά σαν νοσταλγία και πληρότητα μαζί. Αφηνόταν. Οι μοναδικές ευτυχισμένες στιγμές της μέρας. Δεν σκεφτόταν. Δεν ήθελε. Είχε, μόνο είχε.
Το μυαλό της επιτέλους σταματούσε. Δεν βασανιζόταν. Όχι δεν ήταν απόλαυση. Ήταν μερικά λεπτά στα οποία μπορούσε να κυριαρχήσει. Δεν ήταν καν συναίσθημα. Ήταν συμφιλίωση. Συμφιλιωνόταν με τα μέσα της, τα λίγα λεπτά που δεν χρειαζόταν να τα αντιμετωπίσει. Που δεν υπήρχαν γιατί. Κάτω απ το νερό που έτρεχε.
Έκλεισε τα μάτια. Μικρά ρυάκια έτρεχαν ανάμεσα στα στήθια της. Θεέ μου να μην τελειώσει ποτέ. Ας ήταν να μείνει εκεί. Όλη τη μέρα. Όλη της τη ζωή. Με το νερό να τρέχει πάνω της. Πώς έγιναν έτσι τα πράγματα; Γιατί έγιναν έτσι τα πράγματα; Το νερό κυλούσε απ το μέτωπο στα μάγουλά της. Ήταν νερό ή δάκρια;Τι σημασία είχε. Κάθε μέρα έκλαιγε. Κάτω απ το ντους, κάθε πρωί, το ζεστό νερό ήταν τα δάκρυα της ζωής. Το άφηνε να κυλήσει πάνω της.
Πώς έγιναν έτσι τα πράγματα; Απέφευγε να αναρωτηθεί πώς τα έκανε έτσι. Κάποια στιγμή είχε πει πως θα πληρώσει το τίμημα όποιο και αν είναι. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι σημαίνει αυτό. Πως η ζωή δεν έχει ταμείο. Ούτε μέρες πληρωμών. Και πλήρωνε κάθε μέρα. Μέχρι πότε; Γιατί να μην μπορεί να γυρίσει ένα κουμπί για να ξαναγίνουν όλα όπως πριν; Γιατί;
Το νερό κυλούσε; Ποιό νερό; Η λύτρωση μέσα της. Για λίγα λεπτά της μέρας. Πριν η θλίψη ντυθεί χαμόγελα. Ανατρίχιαζε. Παντού. Χανόταν. Δεν ήταν νερό. Ήταν τα χέρια του. Παντού. Μετρούσαν τα κύταρρα που είχαν ανατριχιάσει. Ήταν το βλέμα του που έμπαινε μέσα της. Δεν τολμούσε να ανοίξει τα μάτια. Θα τον έχανε. Προτιμούσε να τον νοιώθει. Να υποθέτει πως γελά, πως δαγκώνει τα χείλια του. Πως σκύβει πάνω από το λαιμό της και είναι η ανάσα του πιο ζεστή απ το νερό.
Σήκωσε το κεφάλι της σαν να περίμενε να της φιλήσει το λαιμό. Ήταν κάπου εκεί. Το ένοιωθε. Ήταν το νερό το ίδιο που την αγκάλιαζε. Θεέ μου, είχε μερικά λεπτά ακόμη. Χωρίς γιατί. Χωρίς πρέπει. Δεν ήταν μόνη. Δεν είχε υπόσταση. Ήταν και η ίδια νερό. Καθαρό. Και αυτός νερό ήταν. Και την αγκάλιαζε. Κι ύστερα ξεμάκραινε και την έβλεπε από μακριά.
Πόσο της άρεσε να την βλέπει από μακριά! Και ύστερα να τον νοιώθει να πλησιάζει. Πατώντας στο βρεγμένο πάτωμα. Αργά. Βασανιστικά. Για να την αγκαλιάσει. Άκουγε τα βήματά του. Πόσο ήθελε να ανοίξει τα μάτια και να τον δει. Ήταν σίγουρη πως θα τον δει. Όχι ήταν σίγουρη πως αν άνοιγε τα μάτια θα τον έχανε. Έχει τρελαθεί Θεέ μου. Τον άκουγε, τον ένοιωθε. Ήταν εκεί. Ήταν παντού γαμώτο.
Σήκωσε την παλάμη και την τράβηξε πάνω στα μάτια της. Θα τα ανοίξει και ας χαθεί. Τα κράτησε για λίγο ακόμη κλειστά. Έχει τρελαθεί. Η ανάσα του, κάπου εκεί είναι το σώμα του.
Στα μάτια της είχε σταγόνες ακόμη. Ήταν θολά αλλά έβλεπε τη φιγούρα του. Ναι τον έβλεπε. Ετοιμάστηκε να φωνάξει. Άνοιξε το στόμα της. Ήταν εκεί. Θα τελείωνε ο εφιάλτης. Πώς; Ανατρίχιασε. Το στήθος της γέμισε αέρα. Η φωνή της δεν μπορούσε να βγει. Τι γινόταν; Και ξαφνικά κατέρευσε.
"Έλα ρε μαμά τελείωνε θα αργήσεις για τη δουλειά"
Άπλωσε το χέρι της ως τη βρύση
"Εντάξει κορίτσι μου βγαίνω"


Σημείωση Donna Fugata σημαίνει "χαμένη γυναίκα" . Έτσι ονόμασε τα κρασιά της μια οικογένεια Σικελών οινοποιών. Το κρασί Ανθήλια της οικογένειας είναι αγαπημένο κρασί το οποίο ευθύνεται για τη γέννηση αυτής της ιστορίας

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

ΓΙΕ ΜΟΥ


Γιε μου

Τώρα που η μέρα γέμισε αίμα

Κάπου θα υπάρχει μια πληγή

Βαθιά μέσα μου