Παρασκευή, 4 Δεκεμβρίου 2009

Πικρία


Όταν δεν θέλεις να σηκώσεις το χέρι σου
για να χαιδέψεις κάποιον,
ο άλλος έχει πεθάνει ή εσύ;

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

Δίκοπη ζωή

Ξυπνάω δίκοπος. Έτοιμος να κόψω κι απ τις δυό πλευρές. Λυπάμαι αυτούς που δεν το ξέρουν και νομίζουν πως αρκεί να διαλέξουν πλευρά. Ξυπνάω και μαζεύω τσιγάρα απ το τασάκι. Όχι δεν καπνίζω. Καμιά, ποτέ δεν μάζεψε τα αποτσίγαρα. Ούτε το ποτήρι της. Μόνο τα ρούχα αργά. Με ελπίδα. Με προσμονή. Μήπως και πω "μείνε". Ξυπνάω, φτιάχνω καφέ, γράφω σε χαρτάκια κι ύστερα τα σκίζω. Δίκοπος. Ποτέ στη ζωή μου δεν πήγα με πόρνη. Ίσως γι αυτό ερωτοτροπώ με τις λέξεις. Οι λέξεις δεν καπνίζουν, δεν περιμένουν τίποτα από μένα.
Σήμερα ξύπνησα και δεν έκοβα. Στόμωσα. Γύρισα πίσω, στην εποχή που ήμουν μέταλλο αλλά δεν ήμουν μαχαίρι. Που προτιμούσα να αντανακλώ ματιές απ το να κόβω. Κι ύστερα άνοιξα το mail και είδα το μήνυμα. "Δίκοπη ζωή". Μια εκτέλεση από την Καλλιόπη Βέτα, τον Μίλτο Πασχαλίδη και Γιώργο Μεράντζα στο χωριό Τσόπελα. Ένα μικρό χωριό στο δρόμο για το Συράκο. Πήγα πρώτη φορά φοιτητής. Την Καλλιόπη Βέτα την έλεγαν τότε Πόπη ακόμη. Πίναμε ούζο στο νησί με την Πόπη και τραγουδούσαμε περιμένοντας να βγει απ το στρατόπεδο ο αγαπημένος της. Ο Γιώργος ο Μεράντζας αγαπημένη φωνή απ το παρελθόν, έφτιαξε έναν ξενώνα στα Τζουμέρκα ,μαγειρεύει και τραγουδάει για φίλους. Σχεδιάζαμε πριν δυό χρόνια να πάμε εκεί με φίλους αλλά...Αλλά άρχισα να κόβω. Δίκοπη ζωή
"Όσους δειλά περπάτησαν μαζί σου, να σημαδεύουν πάλι το κορμί σου και να σαι το πουλί και ο κυνηγός." λέει ο Ελευθερίου. Εγώ τι να πώ. Πως θέλω να σταματήσω να κόβω. Αλήθεια...




Σάββατο, 13 Ιουνίου 2009

ΘΑ ΜΕ ΔΙΚΑΣΕΙ...


"Θα με δικάσει ο κούκος και τα αηδόνι 
μα στην Αγιάσο σταυρουδάκι μου χρυσό..."

Φοβάμαι μόνο τη μέρα που θα κοιταχτούμε ψάχνοντας βλέμματα








Σάββατο, 2 Μαΐου 2009

Mal du depart II


Κουράστηκα κι απ τον έρωτα κι απ τον πόλεμο

Μα πιο πολύ κουράστηκα να ερωτεύομαι σαν να πολεμώ...

Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

ΚΛΕΦΤΗΣ


Δεν λέω πως δεν σ αγαπώ
Μα έχω μετρήσει όλες τις λέξεις
Και με τα μάτια ανοιχτά
Και με τις πόρτες ξεκλείδωτες
Καμιά δεν λείπει
Ζωή ποτέ δεν άγγιξα
Που δεν ήταν ζωή σου




Τρίτη, 24 Μαρτίου 2009

ΤΕΛΟΣ...







www.koutipandoras.gr


ΤΕΛΟΣ...ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΣΜΟΥ

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

ΔΕΝ...


Δεν σε θυμάμαι.

Είναι που η μνήμη κάνει θαύματα.

                                                                      ..............

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2009

Mal du depart


Θέλω να είμαι ο εγωισμός σου
να μην με διώχνεις, να μαι δικός σου.
Θέλω να είμαι έρωτας πόνος
να μαι μαζί σου κι ας είμαι μόνος.

Θέλω να είμαι δίψα κι αρμύρα
σ ένα ταξίδι που λένε μοίρα.
Θέλω να είμαι στην τρικυμία
πάνω στα χείλη σου, σταγόνα κρύα

Σβήσε τα φώτα κι αγκάλιασέ με
σβήσε τα φώτα να χαθούν οι σκιές
σ ένα σου όνειρο δειλά χωρεσέ με
να γελάσω να κλάψω
να χεις κάτι να λες.

Θέλω να είμαι όλες οι λέξεις
τα λάθη όλα για να τ αντέξεις.
Θέλω να είμαι σαν αμαρτία
να μαι η συγνώμη που χει λατρεία.

Σβήσε τα φώτα κι αγκάλιασέ με
σβήσε τα φώτα να χαθούν οι σκιές
σ ένα σου όνειρο δειλά χωρεσέ με
να γελάσω να κλάψω
να χεις κάτι να λες.

Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2009

ΑΦΙΕΡΩΣΗ...



Ναι, αγαπημένη μου.
Πολύ πριν να σε συναντήσω, εγώ σε περίμενα.
Πάντοτε σε περίμενα.

Τάσος Λειβαδίτης


 εδώ λοιπόν  ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ  

(προτείνεται ακρόαση προσεκτική με μάτια ερμητικά κλειστά)


* Στον φίλο Αλέξανδρο που ρώτησε τι σημαίνει:

Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.

 Γιατί πάντα υπάρχει μια εξήγηση.Ειδικά στον έρωτα που δεν δίνει καμία...     


Υπάρχει βέβαια και αυτό

                               

Τετάρτη, 11 Φεβρουαρίου 2009

BUENA VISTA

Ο Ορλάντο "Κασαίτο" Λόπεζ, άφησε για πάντα το μπάσο. Επαγγελματίας του ερασιτεχνισμού,και γι αυτό μουσικός από έρωτα, έφυγε μετά τον Ιμπραχήμ Φερέρ και τον Κομπάι Σεκούντο. Δεν ξέρω για άλλους τι σημαίνουν οι   Buena Vista Social Club.  Φαντάζομαι. Τόσο, που μπορώ να το χορέψω. Για μένα; Για μένα σημαίνουν πολλά. Νοσταλγία από έρωτα και επανάσταση, λογαριασμούς και με τα δύο. Με τη μνήμη δεν λογαριάζεσαι. Εύχεσαι μόνο να αντέχεις.Στη Μαλεκόν, ο Ατλαντικός μαστιγώνει όσους έχουν το θράσσος και τον έρωτα να πλησιάσουν. Οι μουλάτες ιδρωμένες μυρίζουν πιπέρια και κρυφές ηδονές. Ο κομαντάτε Τσε αγναντεύει το μέλλον που θα τον κάνει κι άλλα εφηβικά όνειρα και μπλουζάκια. Κάπου αγκομαχά μια μηχανή που προσπαθεί να βγάλει χυμό από ζαχαροκάλαμο. Η αλμύρα μοιάζει με υπόσχεση δροσιάς αλλά είναι κατάρα. Μια ακόμη φωτογραφία στο σκαμπώ που καθότα ο Χέμινγουει. Και ένα πούρο ακόμη. Τα κορμιά μουσκεύουν μα ίσως να είναι ρούμι. Το National  , το ξενοδοχείο της Επανάστασης διατηρητέο.Oπως η Επανάσταση. Τα χρώματα, ο ήχος του γυαλιού στα ποτήρια που τσουγκρίζουν, το πλήθος. Το πλήθος που ανοίγει αφήνοντας έναν τραγουδιστό ψίθυρο. "Ο Κομπάι, ο Κομπάι". Ο Κομπάι με το λινό μπεζ κουστούμι, το  Montecristo νούμερο 4,και το σάστισμα για το πώς έγινε τόσο γνωστός. Ο Κομπάι που χτυπάει το κουταλάκι του καφέ μετατρέποντάς το σε μουσικό όργανο. Ο Κομπάι που διψάει και πίνει  ron, ρούμι. Και μετά τραγουδάει το   Chan Chan.   

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

ΑΘΩΟΤΗΣ...ΜΗΔΕΝ


Το παιδί που υπήρξα
δεν μιλά σε αγνώστους.
Πίνει, καπνίζει και γελά
με αμαρτίες που ξέρει.
Στα χρόνια της αθωότητας
όλα είναι στρογγυλά
σαν στήθια γυναίκας.
Το παιδί που υπήρξα
τις πιο σκοτεινές στιγμές
παίζει με τα σπίρτα.
Στα χρόνια της αθωότητας
κανείς αθώος
αν δεν έφταιγε.

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2009

ΥΠΑΡΧΩ



Υπάρχω από έρωτα. Πώς άλλως θα υπήρχα.Λείπω αλλά είμαι μαζί σας

Υ.Γ Συγνώμη που δεν μπορώ να απαντήσω. Σας αφήνω τον πολύ αγαπημένο Ζακ Μπρελ

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

DONNA FUGATA


Κύλησε πάνω της ζεστό. Ανατρίχιασε. Στο στήθος, στο λαιμό,στα χέρια. Κύταρρα που ξύπνησαν. Δικά της, ξεχασμένα. Γλυκιά αίσθηση. Έκλεισε τα μάτια και τράβηξε τις παλάμες πάνω στα βρεγμένα μαλλιά της. Τα ένοιωθε να μουσκεύουν και να κολάνε στους ώμους της σαν χέρια. Σαν χέρια που έλειπαν. Σαν χέρια που υπήρξαν. Σαν...
Νερό. Καυτό.Λυτρωτικό. Καιρό τώρα,αυτές ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής της. Κάτω απ το καυτό νερό που έτρεχε. Αφηνόταν. Σε αυτή την ηδονική αίσθηση που δεν απαιτούσε ανταλλάγματα. Ξεπηδούσε από μέσα της όπως ακριβώς το ζεστό νερό απ το ντους. Την τύλιγε. Στην αρχή σαν ανατριχίλα και μετά σαν νοσταλγία και πληρότητα μαζί. Αφηνόταν. Οι μοναδικές ευτυχισμένες στιγμές της μέρας. Δεν σκεφτόταν. Δεν ήθελε. Είχε, μόνο είχε.
Το μυαλό της επιτέλους σταματούσε. Δεν βασανιζόταν. Όχι δεν ήταν απόλαυση. Ήταν μερικά λεπτά στα οποία μπορούσε να κυριαρχήσει. Δεν ήταν καν συναίσθημα. Ήταν συμφιλίωση. Συμφιλιωνόταν με τα μέσα της, τα λίγα λεπτά που δεν χρειαζόταν να τα αντιμετωπίσει. Που δεν υπήρχαν γιατί. Κάτω απ το νερό που έτρεχε.
Έκλεισε τα μάτια. Μικρά ρυάκια έτρεχαν ανάμεσα στα στήθια της. Θεέ μου να μην τελειώσει ποτέ. Ας ήταν να μείνει εκεί. Όλη τη μέρα. Όλη της τη ζωή. Με το νερό να τρέχει πάνω της. Πώς έγιναν έτσι τα πράγματα; Γιατί έγιναν έτσι τα πράγματα; Το νερό κυλούσε απ το μέτωπο στα μάγουλά της. Ήταν νερό ή δάκρια;Τι σημασία είχε. Κάθε μέρα έκλαιγε. Κάτω απ το ντους, κάθε πρωί, το ζεστό νερό ήταν τα δάκρυα της ζωής. Το άφηνε να κυλήσει πάνω της.
Πώς έγιναν έτσι τα πράγματα; Απέφευγε να αναρωτηθεί πώς τα έκανε έτσι. Κάποια στιγμή είχε πει πως θα πληρώσει το τίμημα όποιο και αν είναι. Δεν μπορούσε να φανταστεί τι σημαίνει αυτό. Πως η ζωή δεν έχει ταμείο. Ούτε μέρες πληρωμών. Και πλήρωνε κάθε μέρα. Μέχρι πότε; Γιατί να μην μπορεί να γυρίσει ένα κουμπί για να ξαναγίνουν όλα όπως πριν; Γιατί;
Το νερό κυλούσε; Ποιό νερό; Η λύτρωση μέσα της. Για λίγα λεπτά της μέρας. Πριν η θλίψη ντυθεί χαμόγελα. Ανατρίχιαζε. Παντού. Χανόταν. Δεν ήταν νερό. Ήταν τα χέρια του. Παντού. Μετρούσαν τα κύταρρα που είχαν ανατριχιάσει. Ήταν το βλέμα του που έμπαινε μέσα της. Δεν τολμούσε να ανοίξει τα μάτια. Θα τον έχανε. Προτιμούσε να τον νοιώθει. Να υποθέτει πως γελά, πως δαγκώνει τα χείλια του. Πως σκύβει πάνω από το λαιμό της και είναι η ανάσα του πιο ζεστή απ το νερό.
Σήκωσε το κεφάλι της σαν να περίμενε να της φιλήσει το λαιμό. Ήταν κάπου εκεί. Το ένοιωθε. Ήταν το νερό το ίδιο που την αγκάλιαζε. Θεέ μου, είχε μερικά λεπτά ακόμη. Χωρίς γιατί. Χωρίς πρέπει. Δεν ήταν μόνη. Δεν είχε υπόσταση. Ήταν και η ίδια νερό. Καθαρό. Και αυτός νερό ήταν. Και την αγκάλιαζε. Κι ύστερα ξεμάκραινε και την έβλεπε από μακριά.
Πόσο της άρεσε να την βλέπει από μακριά! Και ύστερα να τον νοιώθει να πλησιάζει. Πατώντας στο βρεγμένο πάτωμα. Αργά. Βασανιστικά. Για να την αγκαλιάσει. Άκουγε τα βήματά του. Πόσο ήθελε να ανοίξει τα μάτια και να τον δει. Ήταν σίγουρη πως θα τον δει. Όχι ήταν σίγουρη πως αν άνοιγε τα μάτια θα τον έχανε. Έχει τρελαθεί Θεέ μου. Τον άκουγε, τον ένοιωθε. Ήταν εκεί. Ήταν παντού γαμώτο.
Σήκωσε την παλάμη και την τράβηξε πάνω στα μάτια της. Θα τα ανοίξει και ας χαθεί. Τα κράτησε για λίγο ακόμη κλειστά. Έχει τρελαθεί. Η ανάσα του, κάπου εκεί είναι το σώμα του.
Στα μάτια της είχε σταγόνες ακόμη. Ήταν θολά αλλά έβλεπε τη φιγούρα του. Ναι τον έβλεπε. Ετοιμάστηκε να φωνάξει. Άνοιξε το στόμα της. Ήταν εκεί. Θα τελείωνε ο εφιάλτης. Πώς; Ανατρίχιασε. Το στήθος της γέμισε αέρα. Η φωνή της δεν μπορούσε να βγει. Τι γινόταν; Και ξαφνικά κατέρευσε.
"Έλα ρε μαμά τελείωνε θα αργήσεις για τη δουλειά"
Άπλωσε το χέρι της ως τη βρύση
"Εντάξει κορίτσι μου βγαίνω"


Σημείωση Donna Fugata σημαίνει "χαμένη γυναίκα" . Έτσι ονόμασε τα κρασιά της μια οικογένεια Σικελών οινοποιών. Το κρασί Ανθήλια της οικογένειας είναι αγαπημένο κρασί το οποίο ευθύνεται για τη γέννηση αυτής της ιστορίας

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

ΓΙΕ ΜΟΥ


Γιε μου

Τώρα που η μέρα γέμισε αίμα

Κάπου θα υπάρχει μια πληγή

Βαθιά μέσα μου

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008

ΞΕΡΕΙΣ


Τα αυτοκίνητα έφτασαν ταυτόχρονα. Έσβησε τα φώτα και περίμενε. Κοίταξε στο καθρεφτάκι και την είδε να βγαίνει. Αερικό. Οπτασία. Ναι μ αυτό τον τρόπο η φαντασία τιμωρεί τους ανθρώπους. Γίνεται για λίγο μια πραγματικότητα και σε πλησιάζει. Και πρέπει να αποφασίσεις γρήγορα. Να αποφασίσεις σωστά. Να αποφασίσεις. Πού έμπλεκε πάλι παναθεμά τον;
Την είχε δει για πρώτη φορά σε μια εκδήλωση πριν από δύο χρόνια, περιτριγυρισμένη από άντρες που ήθελαν να την αγαπήσουν και γυναίκες που την μισούσαν ήδη. "Υπάρχουν λοιπόν τόσο όμορφες γυναίκες" είχε σκεφτεί. Αυτό, μόνο αυτό.
Τώρα η μοίρα έδειχνε να αποφασίζει κι άλλα. Γύρναγε από μια κηδεία. Νεκρός κι ο ίδιος για λόγους που δεν φανταζόταν. Ήθελε μόνο να πιεί και να τρέξει με το αυτοκίνητο. Ως το πρωί. Ως το πουθενά. Χτύπησε το τηλέφωνο και το απάντησε χωρίς κουράγιο. "Πού είσαι γαιδούρι, ούτε ένα τηλέφωνο δεν με έχεις πάρει. Έλα τώρα απ τη Φιλοθέη για καφέ. Θα έρθει και μια φίλη μου". Αποφάσισε να μετρηθεί με τις ανόητες σκέψεις του αργότερα. Σε τελευταία ανάλυση χρειαζόταν ένα καφέ. Είχε καιρό να μιλήσει με μια φίλη. Πήγε. Γέλασε, διγήθηκε πράγματα θυμωμένος, υποσχέθηκε άλλα. Και ξαφνικά σώπασε. Όπως και ο κόσμος γύρω του. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Μια σιωπή που ξέρεις πως είναι λάθος αλλά την έχεις ανάγκη. Για να θαυμάσεις απρόσκοπτα, μόνο να θαυμάσεις. Η ομορφιά περνούσε δίπλα απ όλους για να φτάσει ως αυτόν. Χτυπούσε σε καρέκλες,βλέματα, επιφωνήματα, για να φτάσει ως αυτόν. Έβγαλε τον μπερέ που της συγκρατούσε τα μαλλιά, τα τίναξε σαν να βγαινε μόλις απ τη θάλασσα και του άπλωσε το χέρι
"Γειά σου, χαίρομαι που έχουμε την ίδια φίλη. Νομίζω πως έχουμε συναντηθεί δύο τρεις φορές. Μία στη δουλειά σου, μία στη δική μου και μία στο σούπερ μάρκετ"
Άπλωσε το χέρι και προσπάθησε να καταλάβει τι συμβαίνει. Σκέφτηκε να τη ρωτήσει, πότε, πού, αλλά μετάνοιωσε. Της πέταξε μόνο αυτό που της χρώσταγε από χρόνια "υπάρχουν λοιπόν τόσο όμορφες γυναίκες!"
Όσα ακολούθησαν δεν είχαν να κάνουν με την ομορφιά της αλλά με ένα περίεργο πράγμα που μοιάζει μεταφυσικό αλλά δεν είναι τίποτα άλλο από το πραγματικό μέτρημα των ζωών και των ανθρώπων.
Κάθισαν επί ώρες πίνοντας και κουβεντάζοντας. Γέλαγε σαν να αγκάλιαζε όλο τον κόσμο. Κι ύστερα σηκώθηκε τον φίλησε και έφυγε. Όπως ήρθε. Πάνω στο χαλί της σιωπής που δημιουργούσε το πέρασμά της. Μέσα στον θαυμασμό που δεν τολμά να γίνει πόθος μην και προσβάλει την ομορφιά.
Έφυγε αλλά ήξερε. Και οι δύο ήξεραν
Της έστειλε ένα αθώο μήνυμα την άλλη μέρα. Τα μηνύματα έγιναν πολλά ως το βράδυ. Τα μεσάνυχτα πήρε το μήνυμα που έμοιαζε με απειλή "πρέπει να σε δώ για πέντε λεπτά. Στο δρόμο, στο αυτοκίνητο για πέντε λεπτά μόνο".
Χάθηκε απ το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και βρέθηκε πλάιτου. Άνοιξε την πόρτα και κάθισε δίπλα του. Γελούσε αλλά τα μάτια της ήταν υγρά. Της γέλασε και τη ρώτησε "να περιμένω ανακοίνωση;"
"Το ότι δεν μασάς τα λόγια σου είναι ένα είδος εξουσίας σου στις γυναίκες; Αυτό που δεν μπορούν να αντέξουν και υποτάσσονται;"
Γέλασε πάλι αλλά αμήχανα. "Λοιπόν τι θα μου πεις;"
Τον πλησίασε πολύ κοντά. Μύριζε όλα τα αρώματα που έβγαζε το κορμί της. Όχι το άρωμά της. Ο πόθος και ο φόβος της. Τα φρεσκολουσμένα μαλλιά και το κλάμα της : "δεν θέλω να σου ανακοινώσω τίποτα. Θέλω να σε ρωτήσω τι συμβαίνει. Σε γνώρισα πρις από 30 ώρες, είναι σαν να ξέρω πάντα αλλά δεν ξέρω τίποτα. Τι συμβαίνει"
"Νομίζεις πως η ερμηνεία θα σε βοηθήσει; Γιατί την έχεις"
"Όχι θέλω να με βοηθήσεις εσύ. Είμαι στην πιο ισορροπημένη φάση της ζωής μου, είμαι καλά, έχω πάρει αποφάσεις για τη ζωή μου που νομίζω ότι είναι σωστές και ξαφνικά εμφανίζεσαι απ το πουθενά και τα ανατρέπεις όλα. Φοβάμαι καταλαβαίνεις; Είσαι άγνωστος, το ίδιο και εγώ για σένα. Γιατί γίνεται αυτό; Γιατί νοιώθω τόσο χάλια ξαφνικά ενώ είμαι καλά;"
"Αν ήσουν καλά θα ήσουν αλλού, όχι μαζί μου"
"Θέλω να φύγεις, δεν θα αντέξω να πάρω άλλες αποφάσεις, άλλη ανατροπή. Και εσύ είσαι μόνο αυτό. Φύγε γιατί θα είναι αργά"
Το "καληνύχτα" ακούστηκε πάνω στο κλείσιμο της πόρτας. Γεμάτο θόρυβο, θυμό και δικαιολογίες που δεν εκστομίστηκαν καν.
Έφυγαν και οι δυο μέσα στο θόρυβο από τους κινητήρες που αγκομαχούσαν. Άνοιξε δυνατά τον Λέοναρντ Κοέν στο CD. Αρνιόταν να επεξεργαστεί λογικά ότι είχε γίνει. Ή η ζωή είναι όμορφη και οι γυναίκες τρελές ή το ανάποδο. Πάτησε το γκάζι για να τρέξει η αδρεναλίνη. Το καλύτερο φάρμακο. Το φως του τηλεφώνου άναψε. Μήνυμα. Το άνοιξε βιαστικά. Μια λέξη. "Ξέρεις..."
Πάτησε πάλι το γκάζι. Ο Κοέν άφηνε τη βραχνάδα του. Η μηχανή τη δική της. "Ξέρω" μονολόγησε. Το μεγαλύτερο λάθος του...

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2008

ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΖΩ


Τα δικά μου τα χρόνια

Έρωτες και λαμπιόνια

Κι όταν κλείνει η αυλαία

Μια γυναίκα μοιραία

Όλα γύρω μου πρόζα

Κι εγώ παίρνω την πόζα

Η ζωή θεατρίνα

Φωτισμένη βιτρίνα

Πού ειν η φλόγα ν ανάψω;

Με τα χάδια να κάψω;

Όποιος ξέρει αγαπάει

Στο χαμό του κι ας πάει


Δεν είμαι εγώ, τα μάτια κλείσε

Δεν είμαι εγώ, είμαι ότι είσαι

Ρίξε τα φώτα, όλα σαν πρώτα

Δικά μου χρόνια, φώτα λαμπιόνια


Η δικιά μου πορεία

Μια παλιά απορία

Σα μοιραίο ερώτημα

Θα ακουστεί χειροκρότημα;

Έλα χόρεψε τώρα

Πάντα είναι η ώρα

Στα τακούνια μου πάνω

Τα όνειρά μου τα φτάνω

Έλα δως μου τσιγάρο

Μία φλόγα να πάρω

Και στους τίτλους του τέλους

Σ αγαπώ επιτέλους


Δεν είμαι εγώ, τα μάτια κλείσε

Δεν είμαι εγώ, είμαι ότι είσαι

Ρίξε τα φώτα, όλα σαν πρώτα

Δικά μου χρόνια, φώτα λαμπιόνια

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2008

ΤΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ...


Κάθισε σταυροπόδι στο κρεβάτι κι έγειρε λίγο μπροστά. Λίγο. Ίσα για να μπορέσω να μυρίσω τι μυρωδιά έχει ο ιδρωμένος έρωτας που ξεπετάγεται όχι απ τα κορμιά αλλά απ τις ζωές.
"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό,
στάλα τη στάλα συναγμένο απ το κορμί σου,
σε τάσι αρχαίο μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν"
Η Φάτα Μοργκάνα στο cd . Όχι. Η Φάτα Μοργκάνα δίπλα μου. Γελούσε από ευτυχία. Τι μυρωδιά που έχει ο έρωτας όταν βγαίνει από την ευτυχία!
"Θα μ αγαπάς για πάντα;"
"Τι θα πει για πάντα;"
"Να μη χρειαστεί ποτέ να πεις κάποτε"
Τι μυρωδια που έχει ο έρωτας όταν δίνει υποσχέσεις! Τράβηξε το σεντόνι ως τα στήθια της. Το έσφιξε πάνω της σταυρώνοντας τα χέρια και γέλασε. Όχι. Δεν γέλασε. Μ άνοιξε ένα δρόμο για να περάσω από εκεί που δεν είχα περάσει ποτέ. Ο έρωτας. Σαν παιδικά χρόνια. Σαν ώριμες αποφάσεις. Σαν γέλιο. Σαν το γέλιο της.
"Σε ζηλεύω που γράφεις τόσο όμορφα. Θα θελα και εγώ..." Σούφρωσε τα χείλια της σαν να ξεστόμισε την πιο μεγάλη ζαβολιά της. Τι όμορφη που είναι!
"Λοιπόν θα σου πω το πιο συγκλονιστικό πράγμα που έχω διαβάσει". Σήκωσε το χέρι της , κι άπλωσε την παλάμη της. Όχι δεν σήκωσε το χέρι της. Το έστειλε να χορέψει μπροστά μου.
"Το πιο συγκλονιστικό κείμενο, ήταν ενός συγγραφέα, που περιέγραφε πώς κουνιέται ένα σκουλήκι πάνω στην παλάμη. Μοιάζει αηδιαστικό αλλά ήταν τόσο πραγματικό που το ξεπερνούσε. Το ένοιωθες να κουνιέται στην παλάμη σου..."
Ανατρίχιασε. Ήξερε πως μ άρεσε όταν ανατρίχιαζε. Τι όμορφος που είναι ο έρωτας όταν ανατριχιάζει! Σηκώθηκε και έκλεισε το παράθυρο. Σηκωνόταν χρόνια μετά για να κλείσει το παράθυρο. Μετά εγώ έκλεισα μια πόρτα. Κάποτε...
Η περιγραφή της αυτή για το σκουλήκι χρόνια τώρα με στοιχειώνει. Έλεγα πως κάποια μέρα θα περιγράψω εγώ πώς είναι να κουνιέται ένα σκουλήκι πάνω στην παλάμη, καλύτερα από οποιονδήποτε το έχει κάνει. Της το είχα υποσχεθεί. Σήμερα αποφάσισα να το κάνω. Ναι θα το κάνω. Καλύτερα απ τον καθένα. Πάμε λοιπόν.
"Το σκουλήκι...Το σκουλήκι..."
Δεν μπορώ γαμώτο. Δεν μπορώ να περιγράψω το σκουλήκι. Το σκουλήκι που την τρώει μέσα της. Δεν...

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ


Δεν συμμετέχω σε μπλογκοπαίχνιδα. Αλλά αυτή τη φορά με κάλεσε η Ανασαιμιά .
Υποψιάστηκε όπως έγραψε, πως σε αυτό θα δεχθώ να μπω. Και είχε δίκιο. Το παιχνίδι λέγεται
"παιχνίδι συγκίνησης από οποιοδήποτε λόγο". Πρέπει να αναρτήσεις ένα κείμενο,βίντεο, στίχο, τραγούδι που σου προκαλεί συγκίνηση, χωρίς απαραίτητα να εξηγήσεις το λόγο. Διάλεξα ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ADDRESS πριν από καιρό. Είναι το κείμενο ενός πολεμικού ανταποκριτή στη Βαγδάτη. Είναι ο δικός του πόλεμος. Αυτοί οι πόλεμοι συνήθως δεν φτάνουν στο γυαλί...

ΝΥΧΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Τα νεύρα μας είναι σπασμένα. Να αρχίσει γαμώτο να τελειώνουμε. Να τρέξει η αδρεναλίνη να μας λυτρώσει. Να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με το φόβο και να αρχίσουμε κάτι να κάνουμε. Αυτή η αναμονή είναι θάνατος. Ο Αλέξης έχει ανοίξει ένα μπουκάλι με ουίσκι , ρουφάει μια γουλιά και δοκιμάζει τη γεννήτρια. Αρχίζω να σηκώνω τις ντάνες με τα μπουκάλια του νερού για να βγάλω το κρυμμένο δορυφορικό τηλέφωνο. Πρέπει να πάρω Ελλάδα, πρέπει να πάρω οπωσδήποτε. Πρέπει. Μια γουλιά ουίσκι. Η Βαγδάτη από κάτω όμορφη. Πολύ όμορφη. Πότε θα ξεκινήσει γαμώτο; Πότε; Θα πεθάνουμε αφημένοι στα νύχια της αναμονής. Ο Αλέξης στήνει προσεκτικά το πιάτο του δορυφορικού να μην μας δουν από κάτω. Πιάσαμε δορυφόρο; Πιάσαμε. Γιατί δεν πιάνει Ελλάδα. Είναι 19 Μαρτίου πανάθεμά με. Πρέπει να πάρω Ελλάδα. Γιατί δεν πιάνει; Να δεις που θα βομβαρδίσουν σήμερα.

Κλείνω τα μάτια και υπόσχομαι στον εαυτό μου πως όταν τα ξανανοίξω, θα δω στο καντράν του τηλεφώνου το σήμα της ανοιχτής γραμμής. Τα ανοίγω. Ναι πιάνει. Ή όχι; «Ναι; Μ ακούς παιδί μου; Μ ακούς αγόρι μου;». Τα γαμημένα τα σήματα και οι δορυφόροι. Τρία δεύτερα καθυστέρηση. Ακούω τη φωνή του ή μου φαίνεται γαμώτο..

« Σ ακούω μπαμπά, είσαι καλά;»

«Ναι αγόρι μου είμαι καλά, δεν παθαίνω τίποτα μη φοβάσαι. 19 Μαρτίου σήμερα, σε πήρα για να σου πω χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σου. Συγνώμη που δεν είμαι εκεί. Ξέρεις, είσαι μεγάλος πια»

«Ξέρω ρε μπαμπά. Να προσέχεις»

«Δεν ξέρω πότε θα τα ξαναπούμε»

Ο Αλέξης δοκιμάζει τη γεννήτρια. Εγώ τις αντοχές μου. Ο πόλεμος έχει αρχίσει. Μέσα μου. Η Βαγδάτη είναι όμορφη. Για πόσο;

«Αλέξη τα τηλέφωνα δεν πιάνουν θα έχουμε επίθεση. Πιάσε γραμμή με Ελλάδα με το κανάλι και κράτα τη ανοιχτή»

Η Βαγδάτη είναι όμορφη. Και η ζωή . Και αυτή η λάμψη. Τεράστια. Καταπίνει και προχωρά. Το ξενοδοχείο τρέμει. Μπορεί και να φλέγεται. Μπορεί και να έχουμε πεθάνει και να μην το ξέρουμε. Πεθάναμε γαμώτο ή όχι; «Ζεις ρε;» «Ζω». «Ζούμε». «Ακούει η Ελλάδα;» «Ακούει».

Ο πόλεμος ξεκίνησε ...
..........................................................................................................................................................................



Καλώ στο παιχνίδι τους Κούκο, Λου
Αμάλθεια
Νατασάκι


Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΠΩΣ ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΛΑΘΟΣ


Άλλαξε πάλι ο καιρός, μπορεί να βρέξει
ίσως γι αυτό να με πονάνε οι πληγές
παλιά σημάδια της αγάπης πριν να φέξει
μ αυτό το "φεύγω" και μαχαίρια τις ματιές.

Δύο παλιές φωτογραφίες στο συρτάρι
κι ένα κραγιόν σου ξεχασμένο στη γωνιά
όλα τα άλλα, μαζί σου τα έχεις πάρει
ρούχα,τραγούδια και έναν έρωτα φονιά.

Μην πεις ποτέ πως όλα ήταν ένα λάθος
είναι οι άνθρωποι το ίδιο τους το πάθος
μην με ρωτάς ποιός είναι τυχερός
αυτός που χάνεται δεν είναι κανενός.

Ξέρω τη θλίψη που μέσα της γυρνάς
όλα εκείνα που ποτέ δεν θα σου φτάνουν
δεν φεύγει ο πόνος, μοναχά σαν του γελάς
όποιοι γελάνε την ψυχή τους, πάντα χάνουν.

Μην πεις ποτέ πως όλα ήταν ένα λάθος
είναι οι άνθρωποι το ίδιο τους το πάθος
μην με ρωτάς τι έζησα, θυμήσου
είναι όλα δρόμος που περπατησα μαζί σου.


.........................................................................................................................................................................

Πέμπτη, 4 Σεπτεμβρίου 2008

ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΛΟΙΠΟΝ


Στις 20 Ιουλίου του 1969, ο Νηλ Αρμστρονγκ, ο πρώτος αστροναύτης που πάτησε στη σελήνη, ακούστηκε να λέει από τον ασύρματο της ΝΑΣΑ το ιστορικό: "είναι ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο αλλά ένα μεγάλο για την ανθρωπότητα." Λίγο αργότερα, πολλοί επιμένουν, πως είπε μια ακόμη ιστορική αλλά περίεργη φράση : GOOD LUCK, MR.GORSKY. "Καλή τύχη κύριε Γκόρσκι"
Πίστεψαν πως πρόκειται για μια ευχή προς κάποιον σοβιετικό κοσμοναύτη. Οι υπηρεσίες ασφάλειας της ΝΑΣΑ, άρχισαν να ψάχνουν τους καταλόγους τους, αλλά τέτοιο όνομα κοσμοναύτη δεν υπήρχε. Ο Άρμστρονγκ μετά την επιστροφή του στη γη, αρνήθηκε πεισματικά να πει τι εννοούσε. Εικοσιέξι χρόνια μετά, το 1995, σε μια συνέντευξη τύπου στη Φλόριντα, ο Άρμστρονγκ έλυσε το γρίφο
Όταν ήταν μικρός πήγε στην αυλή του γείτονά του, του κυρίου Γκόρσκι, να ψάξει μια μπάλα του μπέηζμπωλ που είχε χάσει. Φτάνοντας κοντά στο παράθυρο άκουσε την κυρία Γκόρσκι να λέει στον άντρα της "τι θες, στοματικό έρωτα; Αποκλείεται. Μόνο αν ο γιος του γείτονα πάει στο φεγγάρι"
Όταν ο γιος του γείτονα ,Νηλ Άρμστρονγκ, έκανε το αδιανόητο, πάτησε στο φεγγάρι, εκτός από το χρέος προς την ανθρωπότητα, θυμήθηκε και το χρέος στον κύριο Γκόρσκι.
Η ιστορία αυτή ίσως να μην είναι αληθινή. Ίσως είναι ένας urban myth. Ένας αστικός μύθος που εφευρέθηκε γιατί οι εφευρέσεις κάνουν καλό στην ελπίδα. Και στους ανθρώπους.
Την θυμήθηκα πάντως πριν από καιρό συζητώντας με μια φίλη. Με είχε ρωτήσει για το αν ήθελα να πραγματοποιήσω κάποια επιθυμία μου, απ αυτές που ανεβαίνουν στα σύννεφα της φαντασίας για να δουν από ψηλά την πραγματικότητα. Και τότε θυμήθηκα εκείνες τις μέρες του 1984.
Ήταν οι Ολυμπιακοί του Σεράγεβο. Είχα δει στην τηλεόραση μια οπτασία να γλυστρά στον πάγο. Έτρεχε, έκοβε τον πάγο με τα παγοπέδιλα και το κοινό με τα γκρίζα της μάτια. Γέλαγε, άφηνε μετέωρο το χαμόγελό της για να ολοκληρώσει τη φιγούρα της και μετά συνέχιζε να γελά με τη σιγουριά του νικητή.
Την επόμενη μέρα έκοψα την φωτογραφία της Καταρίνας Βιτ από την πρώτη σελίδα μιας εφημερίδας και την κόλησα στον τοίχο. Ήμουνα σίγουρος πως όλη η υφήλιος ήταν το ίδιο ερωτευμένη με εμένα. Υποσχέθηκα όμως στον εαυτό μου, πως εγώ θα ήμουν αυτός που κάποτε θα της το έλεγα. Και ήμουν σίγουρος πως θα γελάσει σε μένα , με τον ίδιο τρόπο που γελούσε γλιστρώντας με τα παγοπέδιλά της, πάνω απ τις επιθυμίες των αντρών του κόσμου.
Όταν είπα την ιστορία στη φίλη μου άρχισε να γελάει. "Έχεις μεγάλη φαντασία φίλε μου". Τότε της είπα την ιστορία με τον Άρμστρονγκ και τον Γκόρσκι.
"Κοίτα μην σου ευχηθώ εγώ κάποτε καλή τύχη" της απάντησα.
Δεν ξέρω αν με πίστεψε. Μάλλον όχι. Εγώ το εννοούσα. Και ήρθε η ώρα

ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΛΟΙΠΟΝ ΦΙΛΕΝΑΔΑ

(Για αυτούς που ξέχασαν αλλά και γι αυτούς που επιμένουν να θυμούνται η Καταρίνα-Κάρμεν το 1988 .)
Στη φωτό πάνω η Καταρίνα σήμερα
..........................................................................................................................................................................

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2008

ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΗΛΙΑ ΚΑΤΣΟΥΛΗ



Είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους. Απ αυτούς που έχουν δει το θαύμα. Ναι. Έχω δει τον Ηλία να βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα και να χαράζει πάνω του , κρυφά, σεμνά, το στίγμα. Σαν να παίζει πιάνο με τα πλήκτρα της ψυχής. Πρώτα της δικής του.
Έχω δει τον Μάνο να κάνει το ίδιο, σε μια χαρτοπετσέτα. Κι ύστερα να την διπλώνει και να την βάζει στην τσέπη. Σφιχτά. Μην φύγουν οι λέξεις. Μην δεν προλάβουν να γίνουν στίχοι.
Ο Ηλίας έφυγε.
Τι κάνει κανείς, όταν φεύγουν οι ποιητές;Επικήδειους; Τι κάνεις όταν πρέπει να βγάλεις δυο λέξεις και να τις βάλεις δίπλα στις δικές τους που κάποτε έκαναν ρίμα με την ψυχή σου και ομοιοκαταληξία με τον πόνο σου; Τι κάνεις;
Ο Ηλίας έφυγε. Την μορφή του την ξέρουν ελάχιστοι. Δεν βγήκε στις τηλεοράσεις. Δεν έγραψε τραγούδια για τις κυρίες με τα ψηλά πόδια που αστράφτουν όσο και οι χρυσοί δίσκοι τους.
Το τραγούδι του "ήθελα να μαι εισιτήριο" μια μεγάλη εταιρεία παραγωγής του το επέστρεψε ως ακατάλληλο . Ένα απ τα πιο ερωτικά τραγούδια. Σημείο των καιρών κι αυτό.Από τύχη βγήκε. Ή μάλλον εξαιτίας του Θαλασσινού. Είναι πραγματικά παράξενη εποχή να βρει το δίκιο του ένας στίχος. Και οι ποιητές πεθαίνουν. Τι κάνεις όταν πεθαίνουν οι ποιητές; Κλαις; Ή λες θέλω να τραγουδήσω κάτι.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2008

ΚΑΙΡΟΣ ΑΣΤΑΤΟΣ


Σε ποιόν μιλάς
όταν μιλάς στον εαυτό σου;
Ποιος αποκρίνεται;
Αφού λείπεις.

"Θα βρέξει" λες, όταν φυσά μέσα σου.
Βροντά η σιωπή
μα εσύ δεν άστραψες ακόμη.

Εσύ το σύννεφο.Εσύ το δάκρυ.
Τα σημάδια εσύ.
Και τα σημεία των καιρών

Ποιά όχθη διάλεξες
και στέρεψε ο ποταμός;
Τι να ενώσει τώρα η γέφυρα;
Κι η βάρκα υπήρξε
ή το ναυάγιο μόνο;

Γη τίποτα δεν φύτρωσες
με χρώμα έρωτα
και υπομονή πλάτανου.

Φωτο ηλιοβασίλεμα Μόλυβος Λέσβου

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

ΕΙΚΟΝΕΣ




Εδώ είμαι.Γι αυτούς που ανησύχησαν και μου γραψαν διάφορα. Τα δάχτυλά μου γεμάτα άμμο χτυπούν τα πλήκτρα. Αυτή την άμμο την ψιλή, την γεμάτη υποσχέσεις.Πρέπει να κόψω τα νύχια. Να μην χαλάσω το πληκτρολόγιο. Να μην το γεμίσω άμμο. Και υποσχέσεις. Δεν υπάρχει σέρβις για αναμνήσεις. Γι αυτό να θυμηθώ να κόψω τα νύχια. Να κόψω τα νύχια...

Δεν ήθελα να γράψω. Γιατί δεν είχα κάτι να πω. Νοιώθω.Μόνο νοιώθω. Όπως άλλοι βλέπουν μια καρτ ποστάλ. Και διακρίνουν θάλασσες, βουνά, ανθρώπους, μια γάτα σ ένα σοκάκι στη Σίφνο, ένα παιδί με μεγάλα μάτια στην Αλόνησο, εκείνο το μπλε στην Κεφαλονιά χωρίς αιτία.

Νοιώθω. Την αρμύρα,τη μυρωδιά που έχει ο γλυκάνισος μόλις ρίξεις δυο στάλες νερό στο ούζο, τη σκουριά κάτω απ την παλιά καρέκλα δίπλα στη θάλασσα, το ανατρίχιασμα στο δέρμα με την υπόσχεση ενός κάποιου έρωτα. Γι αυτό δεν γράφω. Γι αυτό δεν έγραφα.

Και ξαφνικά είδα το σχόλιο της φίλης μου που αποκαλείται "το κέρας της Αμάλθειας" http://amal8eia.blogspot.com/. Κέρατο βερνικωμένο. Μου άφησε το τραγουδάκι "της αγάπης την ουσία την μετρώ στην απουσία". Όχι δεν με συγκλόνισε το τραγούδι. Δεν μετρώ απουσίες. Ούτε αγάπες.
Με συγκλονισε το βίντεο. Οι εικόνες. Οι ξεχασμένες. Οι δικές μου. Ο Μπομπ Ντύλαν, Οι Pink Floyd o κομαντάντε Τσε, ο κομαντάντε Μάρκος, εκείνο το απορυπαντικό Jet στη γωνιά στο ράφι με τους θαυματουργούς κόκους που έκανε κομμάτια τα χέρια της μάνας μου. Ο Χριστός σταυρωμένος πια με τις σακούλες του Βερσάτσε και η μικρή φλεγόμενη από τις ναπάλμ στο Βιετνάμ στην αγκαλιά του Μίκυ και του κλόουν των Μακ Ντόναλτς. Το σύνθημα στον τοίχο "έρωτας και επανάσταση". Και εκείνο το ποδήλατο. Εκείνο το ποδήλατο με τα σύμβολά του.
Το Τείχος, ο τοίχος και καμιά φορά ο ήχος από μέσα μου. Άλλωτε γέλιο και άλλωτε βογγητό.
Α ρε Αμάλθεια το κέρατό σου μέσα. Καλοκαιριάτικα.
Αυτά μη χαλάσουμε και το πληκτρολόγιο...Και μη σπαταλάμε και την άμμο.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2008

ΕΚΠΤΩΤΟΙ


Ο ένας, πάντα μισό

έκπτωτου ονείρου.

Πού ν ακονίζει τη ρομφαία του

εκείνο το παλιό θαύμα;

Στη Μάνη;

Στη Φολέγανδρο;

Στη λάβα των Μεθάνων;

Μια χαραμάδα θέλει το ψέμα

για να λάμψει σαν φως.

Μίσος η αγάπη που πονάει

μα πάλι αγάπη.


..........................................................................................................................................................................


Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2008

ΚΑΙ ΣΥΓΝΩΜΗ


Πότε μεγάλωσαν; Σαν μεγάλες πόρτες που μ έκλεισαν απέξω. Και ψάχνω την κλειδαρότρυπα για να δω κάτι απ τη ζωή τους; Πότε μεγάλωσαν; Και ρωτάνε "γιατί ρε μπαμπά δεν μας εμπιστεύεσαι". Πότε μεγάλωσαν και φάνηκα τόσο μικρός και λίγος.
Ήταν πριν από 11 χρόνια ακριβώς. Άνοιξε τα μάτια της. Και είδα μέσα τους τον κόσμο. Μόνο που τον φανταζόμουν πιο ήμερο. Άνοιξε τα μάτια της, αυτά τα θολά ματάκια που παλεύουν με τις εικόνες απ τους δυό κόσμους, και θόλωσαν τα δικά μου. Ακόμα θολώνουν, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα πια. Μόνο να μην βλέπω θολά τα πράγματα.
Βγήκα στο ζεστό καλοκαιρινό βράδυ ιδρωμένος. Χαρούμενος. Μπερδεμένος. Η ζωή άνοιγε λογαριασμούς. Εγώ έκλεινα.

"Ξέρεις θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι;"

"Τι πράγμα;"

"Αγαπάω κι άλλη γυναίκα"

Σιωπή που πελεκούσε σπλάχνα. Γέλασα.

"Από σήμερα αγαπώ και την κόρη μου"

Γέλασε κι αυτή. Όπως γελά.

Χρόνια πολλά κορίτσι μου. Και συγνώμη...

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2008

ΓΥΝΑΙΚΑ ΦΑΚΙΡΗΣ


Ήταν γύρω στα 16. Όχι κλειστά. Εκείνη δυό χρόνια μεγαλύτερη. Ήταν ένας έρωτας που μύριζε τσίχλα ADAMS δυόσμου,κολώνια ΜΥΡΤΩ και φόβο. Μην τους δουν. Μην τους καταλάβουν. Στο καμαρίνι ενός παλιού αγροτικού. Αγχωμένος έρωτας. Άβολος. Δεν ήξερε, φοβόταν, ήταν και το χειρόφρενο. Το δίχως άλλο το χειρόφρενο έφταιγε.

Εκείνη άναψε τσιγάρο μόλις έσβησε τη δική της φλόγα. Πήρε την παλάμη του και την έβαλε πάνω στο στήθος της

"Βλέπεις δεν ταιριάζουμε. Μια γυναίκα και ένας άντρας ταιριάζουν αν το στήθος της χωράει ακριβώς στην παλάμη του" .

Ναι δεν ταίριαζαν. Έφταιγε και το χειρόφρενο που εμπόδιζε. Και σίγουρα το φρένο που δεν έβαλε από τότε στον έρωτα.

Από εκείνους τους εφηβικούς έρωτες δεν έμεινε τίποτα. Μόνο η μέτρηση. Η παλάμη του είχε γίνει ένα ερωτικό μετρικό σύστημα. Η παλάμη άνοιγε και απλωνόταν στο γυναικείο στήθος Μέτραγε σαν το γοβάκι της σταχτοπούτας. Ταιριάζει; Καμιά δεν ταίριαζε. Φρόντιζε να μην ταιριάζει. Όλο κάτι περίσσευε,κάτι δεν έφτανε.

Σε εκείνο το ξενοδοχείο δεν μύριζε ούτε φόβος, ούτε κολώνιες,ούτε ενοχές. Μύριζε υποσχέσεις ανθρώπων και προσμονή αγριμιών. Εκείνη άναψε τσιγάρο. Αυτός άπλωσε την παλάμη στο στήθος της. Να μετρήσει την σταχτοπούτα του.

"Κοίτα ταιριάζουμε. Το στήθος σου χωράει ακριβώς στην παλάμη μου. Είναι ένδειξη λένε αυτό"

Εκείνη γέλασε. "Βρε χαζό δεν ισχύει αυτό. Τα κορμιά ξέρουν. Κοίτα τα κορμιά μας. Η κάθε καμπύλη σου είναι φτιαγμένη για να ταιριάζει στη δική μου. Δες το. Τα κορμιά ξέρουν"

Εφάρμοζε τις καμπύλες της πάνω στο κορμί του. Πλήρης εφαρμογή. Τα κορμιά ξέρουν.Μόνο αυτός δεν ήξερε.

Κοίταξε την ανοιχτή παλάμη του. Τις γραμμές, τους ρόζους. Πολύ σκληρό για γοβάκι σταχτοπούτας. Άλλωστε τα κορμιά είναι αυτά που ξέρουν.

Όλα τα κορμιά έχουν καμπύλες. Μόνο το δικό του έχει γωνίες. Λεπίδια

Λες να υπάρχει γυναίκα φακίρης;


Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2008

ΛΥΚΟΣ


Την ένοιωσε, δεν την είδε. Πρώτα την ένοιωσε. Όπως ο λύκος το θήραμα. Πλησίασε με τον αέρα που υπόσχεται θύελλες. Την μύρισε. Αυτή τη μυρωδιά κάτω απ το άρωμα. Η βασανιστική ισορροπία που παίζει με την μικρή φλέβα στο λαιμό. Άρωμα, γυναίκα. Γυναίκα άρωμα.Γυναίκα. Κι αυτός λύκος.

"Γειά σου είμαι η Κατερίνα. Από δω ο Γιάννος"

Γύρισε και την είδε. Αυτή ήταν η Κατερίνα. Και αυτός κάποιος. Κάποιος που τη συνόδευε. Αυτή ήταν λοιπόν η Κατερίνα. Γνωστή ηθοποιός. Με τον αέρα της. Παιδί κάποιας παλιάς θύελλας. Μάνα κάποιας καινούριας.

Έλαμπε. Σταύρωσε τα τεράστια πόδια της και πάνω της σταυρώθηκαν τα βλέματα του κόσμου. Άπλωσε τα χέρια της σαν υπόσχεση και σε λίγο το γέλιο της. Γέλαγε. Μισόκλεινε τα μάτια και γέλαγε. Δυό μικρές ρυτίδες εμφανίζονταν σε κάθε μάτι. Ήταν σίγουρος πως αγνοούσε την ομορφιά τους. Τη φοβόταν. Πόσο όμορφη ήταν.

Χάθηκε μέσα στην κουβέντα της μεγάλης παρέας και ύστερα αναδύθηκε. Με τα μαύρα της μαλλιά, με το γέλιο της, με το κλάμα της. Ναι το κλάμα της. Κανένας δεν τον καταλάβαινε. Μόνο αυτός. Ο λύκος.

Γύρισε τα μάτια του και είδε τον Γιάννο. Αρκετά μικρότερος. Δεν ήξερε τι σημαίνει θύελλα. Τι θα πει ναυάγιο. Πώς κοιτάει ο λύκος. Ο Γιάννος ασχολιόταν "με πέτρες". Εννοούσε με διαμάντια και η φράση ήταν το ακρότατο σύνορο του χιούμορ του. Η Κατερίνα γέλαγε με το κλάμα της. Διαχεόταν, διέκοπτε, πρωταγωνιστούσε. Παντού. Με τον αέρα αυτού που κυριαρχεί, με τη μπόρα αυτού που φοβάται.

"Σ αρέσει το κρασί" τη ρώτησε

"Πολύ" του απάντησε

"Αυτό φταίει;"

"Όχι"

Την ήξερε. Ήξερε τι θα του απαντούσε. Ήξερε τι έπρεπε να τη ρωτήσει. Της το είπε.

"Σε ξέρω. Ξέρω πώς τρως, πώς κάνεις έρωτα. Ξέρω πως θες να σε ταίσω με τα δάχτυλα, ξέρω πως θες να ταράξω την κατασκευασμένη ηρεμία σου, ξέρω πως προτιμάς τη θύελλα που μπορώ να εξαπολύσω απ αυτή που μπορεί να ξεσπάσει μέσα σου".

Χαμογέλασε. "Το νοιώθω αυτό που λες" του απάντησε, "μήπως φταίει η ομοιότητα που λένε όλοι πως έχω με την πρώην σου"

Γέλασε αυτός. "Φταίει η ομοιότητα που έχεις με όλες τις γυναίκες που θέλουν να γίνουν άλλες αλλά δεν αντέχουν ούτε αυτό που είναι ούτε την αλλαγή"

Ήπιε μια γρήγορη γουλιά από το ποτήρι της και κοίταξε λοξά προς τη μεριά του Γιάννου.

"Θέλεις να βρεθούμε να τα πούμε, με ενδιαφέρει η άποψή σου" του είπε

"Όχι, γιατί είσαι αλογάκι της Παναγίας"

"Τι;"

"Τρως αυτόν που ερωτεύεσαι γιατί δεν τον αντέχεις. Δεν αντέχεις την απαίτηση που έχει η ίδια η επιλογή σου. Θες να υπάρχεις χωρίς κόστος και αυτό είναι το κόστος σου. Μοναξιά λέγεται. Με θόρυβο.Γι αυτό διάλεξες τον "πετρά". Είσαι αυτοκαταστροφική"

Τα μάτια της γυάλισαν. Πίστεψε πως θα κλάψει. Γύρισε όμως στην παρέα και άρχισε να γελά χωρίς λόγο. Έκανε και αυτός το ίδιο. Σαν λύκος γύρισε αργά το κεφάλι προς τον Γιάννο και τον ρώτησε:

"Εσύ που ασχολείσαι με διαμάντια έχεις δει τι χρώμα έχει το διαμάντι όταν το βγάζει ο "ντιγκαμαν" από τις λάσπες στη Σιέρα Λεόνε"

"Βέβαια από διάφανο ως μαύρο"

"Όχι φίλε μου"

"Αφού έχω δει"

"Έχει το χρώμα απ το θολό βλέμα της μοναξιάς. Της μοναξιάς μιας γυναίκας ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους"

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008

ΑΛΜΑ


Δένει τα κορδόνια. Κοιτάει τον πήχη.Ξέρει.

Το άλμα είναι κάτι που δεν σε κάνει να σέρνεσαι. Και να ντρέπεσαι

Τρίτη, 17 Ιουνίου 2008

Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΩΡΑ


Η στιγμή. Αυτή η στιγμή που σε τσιμπά σαν το κεντρί της μέλισσας. Και ξυπνάς. Σήκωσε το φλυτζάνι με τον καφέ και ήπιε. Πόσα χρόνια είχε να πιεί έτσι καφέ. Να τον μυρίσει. Γέλασε. Κάπου στην άκρη των χειλιών υπήρχαν δυό σταγόνες καφέ. Τις έγλειψε με απόλαυση. Η στιγμή. Που μυρίζεις, που νοιώθεις, που επανέρχεσαι. Που είσαι έτοιμος.

Πού είχε χαθεί; Γιατί είχε χαθεί; Λάτρευε το μυαλό του. Το εμπιστευόταν. Γιατί τον πρόδωσε; Ή μήπως το πρόδωσε αυτός;

Γιατί δέχθηκε να ανταλλάξει την πνευματικότητά του με έναν ανούσιο πόλεμο για το τίποτα; Γιατί αντικατέστησε τον προβληματισμό του με το πρόβλημα; Γιατί δεν το πέταξε από πάνω του; Κουράστηκε. Η μάχη για το αυτονόητο.Παραδόθηκε, γι αυτό. Γδαρμένος από τη βία του μικρού που παράγουν οι μικροί.

Γέλασε ξανά. Τι είναι οι άνθρωποι; Και πόσα δεν είναι;

Πέρασαν 11 χρόνια. Άλλαξε. Ήταν ένα παιδαρέλι που πίστευε πως μπορεί να τα καταφέρει όλα. Και έγινε ένας σαραντάρης που αναρωτιέται τι κατάφερε. Τι κατάφερε;

Πέρασε τα δάχτυλα μέσα στα μαλλιά του. Αυτάρεσκα. Στους κροτάφους έχει λίγες γκρίζες τρίχες. Νάρκισσε...

Τη θυμήθηκε ξαφνικά να τον ρωτά: "έτσι λοιπόν είμαι εγώ, αυτό που περιγράφεις;" Ο καθένας είναι αυτό που επιλέγει. Κι όταν περπατά δίπλα σου, κι όταν ξεμακρύνει.

Την έσβησε. Την έκλεισε σαν την τηλεόραση. Από σεβασμό περισσότερο. Για να μην την δει να καταρρέει. Ξέρει πως θα καταρρεύσει, όπως ακριβώς ήξερε όσα τις είχε πει. Μόλις ο θυμός της σβήσει, μόλις οι δικαιολογίες και τα άλλοθί της τελειώσουν θα καταρρεύσει. Μέσα στην εικονική της πραγματικότητα.

Την έσβησε για να μην το ζήσει. Να μην την δει να γίνεται δυστυχισμένη μέσα στην αναζήτηση μιας αόριστης ευτυχίας. Να μην τη δει να ξεπέφτει. Να αλλάζει τσάντες, ρολόγια και μετά άντρες ψάχνοντας αυτό που δεν μπορεί να βρει. Να μην τη βλέπει να τσακίζεται πάνω στις δικαιολογίες. Να πέφτει απ τα σύννεφα που έφτιαξε για να κρύβει την αλήθεια.

Την έσβησε. Για να έχει μια εικόνα για το μακρινό μέλλον. Απείραχτη.

Χάιδεψε το μάγουλό του. Φρεσκοξυρισμένο. Έντεκα χρόνια ξυριζόταν , πόζαρε στον καθρέφτη και σαν να έβλεπε αυτή μονολογούσε "γειά σου όμορφη, σ αγαπώ".

Γέλασε. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον καθρέφτη μέσα του. Πήρε ύφος, έγλειψε τα χείλια του και μονολόγησε :

"Γειά σου όμορφε. Σ αγαπώ.Επιτέλους σ αγαπώ"

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2008

ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ


Το θέμα "γυναίκα" δεν επιδέχεται καμία απλούστευση.


Οι γυναίκες πάλι, πολλές...