Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2008

ΞΕΡΕΙΣ


Τα αυτοκίνητα έφτασαν ταυτόχρονα. Έσβησε τα φώτα και περίμενε. Κοίταξε στο καθρεφτάκι και την είδε να βγαίνει. Αερικό. Οπτασία. Ναι μ αυτό τον τρόπο η φαντασία τιμωρεί τους ανθρώπους. Γίνεται για λίγο μια πραγματικότητα και σε πλησιάζει. Και πρέπει να αποφασίσεις γρήγορα. Να αποφασίσεις σωστά. Να αποφασίσεις. Πού έμπλεκε πάλι παναθεμά τον;
Την είχε δει για πρώτη φορά σε μια εκδήλωση πριν από δύο χρόνια, περιτριγυρισμένη από άντρες που ήθελαν να την αγαπήσουν και γυναίκες που την μισούσαν ήδη. "Υπάρχουν λοιπόν τόσο όμορφες γυναίκες" είχε σκεφτεί. Αυτό, μόνο αυτό.
Τώρα η μοίρα έδειχνε να αποφασίζει κι άλλα. Γύρναγε από μια κηδεία. Νεκρός κι ο ίδιος για λόγους που δεν φανταζόταν. Ήθελε μόνο να πιεί και να τρέξει με το αυτοκίνητο. Ως το πρωί. Ως το πουθενά. Χτύπησε το τηλέφωνο και το απάντησε χωρίς κουράγιο. "Πού είσαι γαιδούρι, ούτε ένα τηλέφωνο δεν με έχεις πάρει. Έλα τώρα απ τη Φιλοθέη για καφέ. Θα έρθει και μια φίλη μου". Αποφάσισε να μετρηθεί με τις ανόητες σκέψεις του αργότερα. Σε τελευταία ανάλυση χρειαζόταν ένα καφέ. Είχε καιρό να μιλήσει με μια φίλη. Πήγε. Γέλασε, διγήθηκε πράγματα θυμωμένος, υποσχέθηκε άλλα. Και ξαφνικά σώπασε. Όπως και ο κόσμος γύρω του. Για ελάχιστα δευτερόλεπτα. Μια σιωπή που ξέρεις πως είναι λάθος αλλά την έχεις ανάγκη. Για να θαυμάσεις απρόσκοπτα, μόνο να θαυμάσεις. Η ομορφιά περνούσε δίπλα απ όλους για να φτάσει ως αυτόν. Χτυπούσε σε καρέκλες,βλέματα, επιφωνήματα, για να φτάσει ως αυτόν. Έβγαλε τον μπερέ που της συγκρατούσε τα μαλλιά, τα τίναξε σαν να βγαινε μόλις απ τη θάλασσα και του άπλωσε το χέρι
"Γειά σου, χαίρομαι που έχουμε την ίδια φίλη. Νομίζω πως έχουμε συναντηθεί δύο τρεις φορές. Μία στη δουλειά σου, μία στη δική μου και μία στο σούπερ μάρκετ"
Άπλωσε το χέρι και προσπάθησε να καταλάβει τι συμβαίνει. Σκέφτηκε να τη ρωτήσει, πότε, πού, αλλά μετάνοιωσε. Της πέταξε μόνο αυτό που της χρώσταγε από χρόνια "υπάρχουν λοιπόν τόσο όμορφες γυναίκες!"
Όσα ακολούθησαν δεν είχαν να κάνουν με την ομορφιά της αλλά με ένα περίεργο πράγμα που μοιάζει μεταφυσικό αλλά δεν είναι τίποτα άλλο από το πραγματικό μέτρημα των ζωών και των ανθρώπων.
Κάθισαν επί ώρες πίνοντας και κουβεντάζοντας. Γέλαγε σαν να αγκάλιαζε όλο τον κόσμο. Κι ύστερα σηκώθηκε τον φίλησε και έφυγε. Όπως ήρθε. Πάνω στο χαλί της σιωπής που δημιουργούσε το πέρασμά της. Μέσα στον θαυμασμό που δεν τολμά να γίνει πόθος μην και προσβάλει την ομορφιά.
Έφυγε αλλά ήξερε. Και οι δύο ήξεραν
Της έστειλε ένα αθώο μήνυμα την άλλη μέρα. Τα μηνύματα έγιναν πολλά ως το βράδυ. Τα μεσάνυχτα πήρε το μήνυμα που έμοιαζε με απειλή "πρέπει να σε δώ για πέντε λεπτά. Στο δρόμο, στο αυτοκίνητο για πέντε λεπτά μόνο".
Χάθηκε απ το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου και βρέθηκε πλάιτου. Άνοιξε την πόρτα και κάθισε δίπλα του. Γελούσε αλλά τα μάτια της ήταν υγρά. Της γέλασε και τη ρώτησε "να περιμένω ανακοίνωση;"
"Το ότι δεν μασάς τα λόγια σου είναι ένα είδος εξουσίας σου στις γυναίκες; Αυτό που δεν μπορούν να αντέξουν και υποτάσσονται;"
Γέλασε πάλι αλλά αμήχανα. "Λοιπόν τι θα μου πεις;"
Τον πλησίασε πολύ κοντά. Μύριζε όλα τα αρώματα που έβγαζε το κορμί της. Όχι το άρωμά της. Ο πόθος και ο φόβος της. Τα φρεσκολουσμένα μαλλιά και το κλάμα της : "δεν θέλω να σου ανακοινώσω τίποτα. Θέλω να σε ρωτήσω τι συμβαίνει. Σε γνώρισα πρις από 30 ώρες, είναι σαν να ξέρω πάντα αλλά δεν ξέρω τίποτα. Τι συμβαίνει"
"Νομίζεις πως η ερμηνεία θα σε βοηθήσει; Γιατί την έχεις"
"Όχι θέλω να με βοηθήσεις εσύ. Είμαι στην πιο ισορροπημένη φάση της ζωής μου, είμαι καλά, έχω πάρει αποφάσεις για τη ζωή μου που νομίζω ότι είναι σωστές και ξαφνικά εμφανίζεσαι απ το πουθενά και τα ανατρέπεις όλα. Φοβάμαι καταλαβαίνεις; Είσαι άγνωστος, το ίδιο και εγώ για σένα. Γιατί γίνεται αυτό; Γιατί νοιώθω τόσο χάλια ξαφνικά ενώ είμαι καλά;"
"Αν ήσουν καλά θα ήσουν αλλού, όχι μαζί μου"
"Θέλω να φύγεις, δεν θα αντέξω να πάρω άλλες αποφάσεις, άλλη ανατροπή. Και εσύ είσαι μόνο αυτό. Φύγε γιατί θα είναι αργά"
Το "καληνύχτα" ακούστηκε πάνω στο κλείσιμο της πόρτας. Γεμάτο θόρυβο, θυμό και δικαιολογίες που δεν εκστομίστηκαν καν.
Έφυγαν και οι δυο μέσα στο θόρυβο από τους κινητήρες που αγκομαχούσαν. Άνοιξε δυνατά τον Λέοναρντ Κοέν στο CD. Αρνιόταν να επεξεργαστεί λογικά ότι είχε γίνει. Ή η ζωή είναι όμορφη και οι γυναίκες τρελές ή το ανάποδο. Πάτησε το γκάζι για να τρέξει η αδρεναλίνη. Το καλύτερο φάρμακο. Το φως του τηλεφώνου άναψε. Μήνυμα. Το άνοιξε βιαστικά. Μια λέξη. "Ξέρεις..."
Πάτησε πάλι το γκάζι. Ο Κοέν άφηνε τη βραχνάδα του. Η μηχανή τη δική της. "Ξέρω" μονολόγησε. Το μεγαλύτερο λάθος του...

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2008

ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΖΩ


Τα δικά μου τα χρόνια

Έρωτες και λαμπιόνια

Κι όταν κλείνει η αυλαία

Μια γυναίκα μοιραία

Όλα γύρω μου πρόζα

Κι εγώ παίρνω την πόζα

Η ζωή θεατρίνα

Φωτισμένη βιτρίνα

Πού ειν η φλόγα ν ανάψω;

Με τα χάδια να κάψω;

Όποιος ξέρει αγαπάει

Στο χαμό του κι ας πάει


Δεν είμαι εγώ, τα μάτια κλείσε

Δεν είμαι εγώ, είμαι ότι είσαι

Ρίξε τα φώτα, όλα σαν πρώτα

Δικά μου χρόνια, φώτα λαμπιόνια


Η δικιά μου πορεία

Μια παλιά απορία

Σα μοιραίο ερώτημα

Θα ακουστεί χειροκρότημα;

Έλα χόρεψε τώρα

Πάντα είναι η ώρα

Στα τακούνια μου πάνω

Τα όνειρά μου τα φτάνω

Έλα δως μου τσιγάρο

Μία φλόγα να πάρω

Και στους τίτλους του τέλους

Σ αγαπώ επιτέλους


Δεν είμαι εγώ, τα μάτια κλείσε

Δεν είμαι εγώ, είμαι ότι είσαι

Ρίξε τα φώτα, όλα σαν πρώτα

Δικά μου χρόνια, φώτα λαμπιόνια

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2008

ΤΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ...


Κάθισε σταυροπόδι στο κρεβάτι κι έγειρε λίγο μπροστά. Λίγο. Ίσα για να μπορέσω να μυρίσω τι μυρωδιά έχει ο ιδρωμένος έρωτας που ξεπετάγεται όχι απ τα κορμιά αλλά απ τις ζωές.
"Θα μεταλάβω με νερό θαλασσινό,
στάλα τη στάλα συναγμένο απ το κορμί σου,
σε τάσι αρχαίο μπακιρένιο αλγερινό,
που κοινωνούσαν πειρατές πριν πολεμήσουν"
Η Φάτα Μοργκάνα στο cd . Όχι. Η Φάτα Μοργκάνα δίπλα μου. Γελούσε από ευτυχία. Τι μυρωδιά που έχει ο έρωτας όταν βγαίνει από την ευτυχία!
"Θα μ αγαπάς για πάντα;"
"Τι θα πει για πάντα;"
"Να μη χρειαστεί ποτέ να πεις κάποτε"
Τι μυρωδια που έχει ο έρωτας όταν δίνει υποσχέσεις! Τράβηξε το σεντόνι ως τα στήθια της. Το έσφιξε πάνω της σταυρώνοντας τα χέρια και γέλασε. Όχι. Δεν γέλασε. Μ άνοιξε ένα δρόμο για να περάσω από εκεί που δεν είχα περάσει ποτέ. Ο έρωτας. Σαν παιδικά χρόνια. Σαν ώριμες αποφάσεις. Σαν γέλιο. Σαν το γέλιο της.
"Σε ζηλεύω που γράφεις τόσο όμορφα. Θα θελα και εγώ..." Σούφρωσε τα χείλια της σαν να ξεστόμισε την πιο μεγάλη ζαβολιά της. Τι όμορφη που είναι!
"Λοιπόν θα σου πω το πιο συγκλονιστικό πράγμα που έχω διαβάσει". Σήκωσε το χέρι της , κι άπλωσε την παλάμη της. Όχι δεν σήκωσε το χέρι της. Το έστειλε να χορέψει μπροστά μου.
"Το πιο συγκλονιστικό κείμενο, ήταν ενός συγγραφέα, που περιέγραφε πώς κουνιέται ένα σκουλήκι πάνω στην παλάμη. Μοιάζει αηδιαστικό αλλά ήταν τόσο πραγματικό που το ξεπερνούσε. Το ένοιωθες να κουνιέται στην παλάμη σου..."
Ανατρίχιασε. Ήξερε πως μ άρεσε όταν ανατρίχιαζε. Τι όμορφος που είναι ο έρωτας όταν ανατριχιάζει! Σηκώθηκε και έκλεισε το παράθυρο. Σηκωνόταν χρόνια μετά για να κλείσει το παράθυρο. Μετά εγώ έκλεισα μια πόρτα. Κάποτε...
Η περιγραφή της αυτή για το σκουλήκι χρόνια τώρα με στοιχειώνει. Έλεγα πως κάποια μέρα θα περιγράψω εγώ πώς είναι να κουνιέται ένα σκουλήκι πάνω στην παλάμη, καλύτερα από οποιονδήποτε το έχει κάνει. Της το είχα υποσχεθεί. Σήμερα αποφάσισα να το κάνω. Ναι θα το κάνω. Καλύτερα απ τον καθένα. Πάμε λοιπόν.
"Το σκουλήκι...Το σκουλήκι..."
Δεν μπορώ γαμώτο. Δεν μπορώ να περιγράψω το σκουλήκι. Το σκουλήκι που την τρώει μέσα της. Δεν...

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2008

ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ


Δεν συμμετέχω σε μπλογκοπαίχνιδα. Αλλά αυτή τη φορά με κάλεσε η Ανασαιμιά .
Υποψιάστηκε όπως έγραψε, πως σε αυτό θα δεχθώ να μπω. Και είχε δίκιο. Το παιχνίδι λέγεται
"παιχνίδι συγκίνησης από οποιοδήποτε λόγο". Πρέπει να αναρτήσεις ένα κείμενο,βίντεο, στίχο, τραγούδι που σου προκαλεί συγκίνηση, χωρίς απαραίτητα να εξηγήσεις το λόγο. Διάλεξα ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ADDRESS πριν από καιρό. Είναι το κείμενο ενός πολεμικού ανταποκριτή στη Βαγδάτη. Είναι ο δικός του πόλεμος. Αυτοί οι πόλεμοι συνήθως δεν φτάνουν στο γυαλί...

ΝΥΧΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Τα νεύρα μας είναι σπασμένα. Να αρχίσει γαμώτο να τελειώνουμε. Να τρέξει η αδρεναλίνη να μας λυτρώσει. Να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με το φόβο και να αρχίσουμε κάτι να κάνουμε. Αυτή η αναμονή είναι θάνατος. Ο Αλέξης έχει ανοίξει ένα μπουκάλι με ουίσκι , ρουφάει μια γουλιά και δοκιμάζει τη γεννήτρια. Αρχίζω να σηκώνω τις ντάνες με τα μπουκάλια του νερού για να βγάλω το κρυμμένο δορυφορικό τηλέφωνο. Πρέπει να πάρω Ελλάδα, πρέπει να πάρω οπωσδήποτε. Πρέπει. Μια γουλιά ουίσκι. Η Βαγδάτη από κάτω όμορφη. Πολύ όμορφη. Πότε θα ξεκινήσει γαμώτο; Πότε; Θα πεθάνουμε αφημένοι στα νύχια της αναμονής. Ο Αλέξης στήνει προσεκτικά το πιάτο του δορυφορικού να μην μας δουν από κάτω. Πιάσαμε δορυφόρο; Πιάσαμε. Γιατί δεν πιάνει Ελλάδα. Είναι 19 Μαρτίου πανάθεμά με. Πρέπει να πάρω Ελλάδα. Γιατί δεν πιάνει; Να δεις που θα βομβαρδίσουν σήμερα.

Κλείνω τα μάτια και υπόσχομαι στον εαυτό μου πως όταν τα ξανανοίξω, θα δω στο καντράν του τηλεφώνου το σήμα της ανοιχτής γραμμής. Τα ανοίγω. Ναι πιάνει. Ή όχι; «Ναι; Μ ακούς παιδί μου; Μ ακούς αγόρι μου;». Τα γαμημένα τα σήματα και οι δορυφόροι. Τρία δεύτερα καθυστέρηση. Ακούω τη φωνή του ή μου φαίνεται γαμώτο..

« Σ ακούω μπαμπά, είσαι καλά;»

«Ναι αγόρι μου είμαι καλά, δεν παθαίνω τίποτα μη φοβάσαι. 19 Μαρτίου σήμερα, σε πήρα για να σου πω χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σου. Συγνώμη που δεν είμαι εκεί. Ξέρεις, είσαι μεγάλος πια»

«Ξέρω ρε μπαμπά. Να προσέχεις»

«Δεν ξέρω πότε θα τα ξαναπούμε»

Ο Αλέξης δοκιμάζει τη γεννήτρια. Εγώ τις αντοχές μου. Ο πόλεμος έχει αρχίσει. Μέσα μου. Η Βαγδάτη είναι όμορφη. Για πόσο;

«Αλέξη τα τηλέφωνα δεν πιάνουν θα έχουμε επίθεση. Πιάσε γραμμή με Ελλάδα με το κανάλι και κράτα τη ανοιχτή»

Η Βαγδάτη είναι όμορφη. Και η ζωή . Και αυτή η λάμψη. Τεράστια. Καταπίνει και προχωρά. Το ξενοδοχείο τρέμει. Μπορεί και να φλέγεται. Μπορεί και να έχουμε πεθάνει και να μην το ξέρουμε. Πεθάναμε γαμώτο ή όχι; «Ζεις ρε;» «Ζω». «Ζούμε». «Ακούει η Ελλάδα;» «Ακούει».

Ο πόλεμος ξεκίνησε ...
..........................................................................................................................................................................



Καλώ στο παιχνίδι τους Κούκο, Λου
Αμάλθεια
Νατασάκι


Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΠΩΣ ΟΛΑ ΗΤΑΝ ΛΑΘΟΣ


Άλλαξε πάλι ο καιρός, μπορεί να βρέξει
ίσως γι αυτό να με πονάνε οι πληγές
παλιά σημάδια της αγάπης πριν να φέξει
μ αυτό το "φεύγω" και μαχαίρια τις ματιές.

Δύο παλιές φωτογραφίες στο συρτάρι
κι ένα κραγιόν σου ξεχασμένο στη γωνιά
όλα τα άλλα, μαζί σου τα έχεις πάρει
ρούχα,τραγούδια και έναν έρωτα φονιά.

Μην πεις ποτέ πως όλα ήταν ένα λάθος
είναι οι άνθρωποι το ίδιο τους το πάθος
μην με ρωτάς ποιός είναι τυχερός
αυτός που χάνεται δεν είναι κανενός.

Ξέρω τη θλίψη που μέσα της γυρνάς
όλα εκείνα που ποτέ δεν θα σου φτάνουν
δεν φεύγει ο πόνος, μοναχά σαν του γελάς
όποιοι γελάνε την ψυχή τους, πάντα χάνουν.

Μην πεις ποτέ πως όλα ήταν ένα λάθος
είναι οι άνθρωποι το ίδιο τους το πάθος
μην με ρωτάς τι έζησα, θυμήσου
είναι όλα δρόμος που περπατησα μαζί σου.


.........................................................................................................................................................................

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2008

ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΛΟΙΠΟΝ


Στις 20 Ιουλίου του 1969, ο Νηλ Αρμστρονγκ, ο πρώτος αστροναύτης που πάτησε στη σελήνη, ακούστηκε να λέει από τον ασύρματο της ΝΑΣΑ το ιστορικό: "είναι ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο αλλά ένα μεγάλο για την ανθρωπότητα." Λίγο αργότερα, πολλοί επιμένουν, πως είπε μια ακόμη ιστορική αλλά περίεργη φράση : GOOD LUCK, MR.GORSKY. "Καλή τύχη κύριε Γκόρσκι"
Πίστεψαν πως πρόκειται για μια ευχή προς κάποιον σοβιετικό κοσμοναύτη. Οι υπηρεσίες ασφάλειας της ΝΑΣΑ, άρχισαν να ψάχνουν τους καταλόγους τους, αλλά τέτοιο όνομα κοσμοναύτη δεν υπήρχε. Ο Άρμστρονγκ μετά την επιστροφή του στη γη, αρνήθηκε πεισματικά να πει τι εννοούσε. Εικοσιέξι χρόνια μετά, το 1995, σε μια συνέντευξη τύπου στη Φλόριντα, ο Άρμστρονγκ έλυσε το γρίφο
Όταν ήταν μικρός πήγε στην αυλή του γείτονά του, του κυρίου Γκόρσκι, να ψάξει μια μπάλα του μπέηζμπωλ που είχε χάσει. Φτάνοντας κοντά στο παράθυρο άκουσε την κυρία Γκόρσκι να λέει στον άντρα της "τι θες, στοματικό έρωτα; Αποκλείεται. Μόνο αν ο γιος του γείτονα πάει στο φεγγάρι"
Όταν ο γιος του γείτονα ,Νηλ Άρμστρονγκ, έκανε το αδιανόητο, πάτησε στο φεγγάρι, εκτός από το χρέος προς την ανθρωπότητα, θυμήθηκε και το χρέος στον κύριο Γκόρσκι.
Η ιστορία αυτή ίσως να μην είναι αληθινή. Ίσως είναι ένας urban myth. Ένας αστικός μύθος που εφευρέθηκε γιατί οι εφευρέσεις κάνουν καλό στην ελπίδα. Και στους ανθρώπους.
Την θυμήθηκα πάντως πριν από καιρό συζητώντας με μια φίλη. Με είχε ρωτήσει για το αν ήθελα να πραγματοποιήσω κάποια επιθυμία μου, απ αυτές που ανεβαίνουν στα σύννεφα της φαντασίας για να δουν από ψηλά την πραγματικότητα. Και τότε θυμήθηκα εκείνες τις μέρες του 1984.
Ήταν οι Ολυμπιακοί του Σεράγεβο. Είχα δει στην τηλεόραση μια οπτασία να γλυστρά στον πάγο. Έτρεχε, έκοβε τον πάγο με τα παγοπέδιλα και το κοινό με τα γκρίζα της μάτια. Γέλαγε, άφηνε μετέωρο το χαμόγελό της για να ολοκληρώσει τη φιγούρα της και μετά συνέχιζε να γελά με τη σιγουριά του νικητή.
Την επόμενη μέρα έκοψα την φωτογραφία της Καταρίνας Βιτ από την πρώτη σελίδα μιας εφημερίδας και την κόλησα στον τοίχο. Ήμουνα σίγουρος πως όλη η υφήλιος ήταν το ίδιο ερωτευμένη με εμένα. Υποσχέθηκα όμως στον εαυτό μου, πως εγώ θα ήμουν αυτός που κάποτε θα της το έλεγα. Και ήμουν σίγουρος πως θα γελάσει σε μένα , με τον ίδιο τρόπο που γελούσε γλιστρώντας με τα παγοπέδιλά της, πάνω απ τις επιθυμίες των αντρών του κόσμου.
Όταν είπα την ιστορία στη φίλη μου άρχισε να γελάει. "Έχεις μεγάλη φαντασία φίλε μου". Τότε της είπα την ιστορία με τον Άρμστρονγκ και τον Γκόρσκι.
"Κοίτα μην σου ευχηθώ εγώ κάποτε καλή τύχη" της απάντησα.
Δεν ξέρω αν με πίστεψε. Μάλλον όχι. Εγώ το εννοούσα. Και ήρθε η ώρα

ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΛΟΙΠΟΝ ΦΙΛΕΝΑΔΑ

(Για αυτούς που ξέχασαν αλλά και γι αυτούς που επιμένουν να θυμούνται η Καταρίνα-Κάρμεν το 1988 .)
Στη φωτό πάνω η Καταρίνα σήμερα
..........................................................................................................................................................................

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008

ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΗΛΙΑ ΚΑΤΣΟΥΛΗ



Είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους. Απ αυτούς που έχουν δει το θαύμα. Ναι. Έχω δει τον Ηλία να βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα και να χαράζει πάνω του , κρυφά, σεμνά, το στίγμα. Σαν να παίζει πιάνο με τα πλήκτρα της ψυχής. Πρώτα της δικής του.
Έχω δει τον Μάνο να κάνει το ίδιο, σε μια χαρτοπετσέτα. Κι ύστερα να την διπλώνει και να την βάζει στην τσέπη. Σφιχτά. Μην φύγουν οι λέξεις. Μην δεν προλάβουν να γίνουν στίχοι.
Ο Ηλίας έφυγε.
Τι κάνει κανείς, όταν φεύγουν οι ποιητές;Επικήδειους; Τι κάνεις όταν πρέπει να βγάλεις δυο λέξεις και να τις βάλεις δίπλα στις δικές τους που κάποτε έκαναν ρίμα με την ψυχή σου και ομοιοκαταληξία με τον πόνο σου; Τι κάνεις;
Ο Ηλίας έφυγε. Την μορφή του την ξέρουν ελάχιστοι. Δεν βγήκε στις τηλεοράσεις. Δεν έγραψε τραγούδια για τις κυρίες με τα ψηλά πόδια που αστράφτουν όσο και οι χρυσοί δίσκοι τους.
Το τραγούδι του "ήθελα να μαι εισιτήριο" μια μεγάλη εταιρεία παραγωγής του το επέστρεψε ως ακατάλληλο . Ένα απ τα πιο ερωτικά τραγούδια. Σημείο των καιρών κι αυτό.Από τύχη βγήκε. Ή μάλλον εξαιτίας του Θαλασσινού. Είναι πραγματικά παράξενη εποχή να βρει το δίκιο του ένας στίχος. Και οι ποιητές πεθαίνουν. Τι κάνεις όταν πεθαίνουν οι ποιητές; Κλαις; Ή λες θέλω να τραγουδήσω κάτι.

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

ΚΑΙΡΟΣ ΑΣΤΑΤΟΣ


Σε ποιόν μιλάς
όταν μιλάς στον εαυτό σου;
Ποιος αποκρίνεται;
Αφού λείπεις.

"Θα βρέξει" λες, όταν φυσά μέσα σου.
Βροντά η σιωπή
μα εσύ δεν άστραψες ακόμη.

Εσύ το σύννεφο.Εσύ το δάκρυ.
Τα σημάδια εσύ.
Και τα σημεία των καιρών

Ποιά όχθη διάλεξες
και στέρεψε ο ποταμός;
Τι να ενώσει τώρα η γέφυρα;
Κι η βάρκα υπήρξε
ή το ναυάγιο μόνο;

Γη τίποτα δεν φύτρωσες
με χρώμα έρωτα
και υπομονή πλάτανου.

Φωτο ηλιοβασίλεμα Μόλυβος Λέσβου

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2008

ΕΙΚΟΝΕΣ




Εδώ είμαι.Γι αυτούς που ανησύχησαν και μου γραψαν διάφορα. Τα δάχτυλά μου γεμάτα άμμο χτυπούν τα πλήκτρα. Αυτή την άμμο την ψιλή, την γεμάτη υποσχέσεις.Πρέπει να κόψω τα νύχια. Να μην χαλάσω το πληκτρολόγιο. Να μην το γεμίσω άμμο. Και υποσχέσεις. Δεν υπάρχει σέρβις για αναμνήσεις. Γι αυτό να θυμηθώ να κόψω τα νύχια. Να κόψω τα νύχια...

Δεν ήθελα να γράψω. Γιατί δεν είχα κάτι να πω. Νοιώθω.Μόνο νοιώθω. Όπως άλλοι βλέπουν μια καρτ ποστάλ. Και διακρίνουν θάλασσες, βουνά, ανθρώπους, μια γάτα σ ένα σοκάκι στη Σίφνο, ένα παιδί με μεγάλα μάτια στην Αλόνησο, εκείνο το μπλε στην Κεφαλονιά χωρίς αιτία.

Νοιώθω. Την αρμύρα,τη μυρωδιά που έχει ο γλυκάνισος μόλις ρίξεις δυο στάλες νερό στο ούζο, τη σκουριά κάτω απ την παλιά καρέκλα δίπλα στη θάλασσα, το ανατρίχιασμα στο δέρμα με την υπόσχεση ενός κάποιου έρωτα. Γι αυτό δεν γράφω. Γι αυτό δεν έγραφα.

Και ξαφνικά είδα το σχόλιο της φίλης μου που αποκαλείται "το κέρας της Αμάλθειας" http://amal8eia.blogspot.com/. Κέρατο βερνικωμένο. Μου άφησε το τραγουδάκι "της αγάπης την ουσία την μετρώ στην απουσία". Όχι δεν με συγκλόνισε το τραγούδι. Δεν μετρώ απουσίες. Ούτε αγάπες.
Με συγκλονισε το βίντεο. Οι εικόνες. Οι ξεχασμένες. Οι δικές μου. Ο Μπομπ Ντύλαν, Οι Pink Floyd o κομαντάντε Τσε, ο κομαντάντε Μάρκος, εκείνο το απορυπαντικό Jet στη γωνιά στο ράφι με τους θαυματουργούς κόκους που έκανε κομμάτια τα χέρια της μάνας μου. Ο Χριστός σταυρωμένος πια με τις σακούλες του Βερσάτσε και η μικρή φλεγόμενη από τις ναπάλμ στο Βιετνάμ στην αγκαλιά του Μίκυ και του κλόουν των Μακ Ντόναλτς. Το σύνθημα στον τοίχο "έρωτας και επανάσταση". Και εκείνο το ποδήλατο. Εκείνο το ποδήλατο με τα σύμβολά του.
Το Τείχος, ο τοίχος και καμιά φορά ο ήχος από μέσα μου. Άλλωτε γέλιο και άλλωτε βογγητό.
Α ρε Αμάλθεια το κέρατό σου μέσα. Καλοκαιριάτικα.
Αυτά μη χαλάσουμε και το πληκτρολόγιο...Και μη σπαταλάμε και την άμμο.

Κυριακή 6 Ιουλίου 2008

ΕΚΠΤΩΤΟΙ


Ο ένας, πάντα μισό

έκπτωτου ονείρου.

Πού ν ακονίζει τη ρομφαία του

εκείνο το παλιό θαύμα;

Στη Μάνη;

Στη Φολέγανδρο;

Στη λάβα των Μεθάνων;

Μια χαραμάδα θέλει το ψέμα

για να λάμψει σαν φως.

Μίσος η αγάπη που πονάει

μα πάλι αγάπη.


..........................................................................................................................................................................


Παρασκευή 27 Ιουνίου 2008

ΚΑΙ ΣΥΓΝΩΜΗ


Πότε μεγάλωσαν; Σαν μεγάλες πόρτες που μ έκλεισαν απέξω. Και ψάχνω την κλειδαρότρυπα για να δω κάτι απ τη ζωή τους; Πότε μεγάλωσαν; Και ρωτάνε "γιατί ρε μπαμπά δεν μας εμπιστεύεσαι". Πότε μεγάλωσαν και φάνηκα τόσο μικρός και λίγος.
Ήταν πριν από 11 χρόνια ακριβώς. Άνοιξε τα μάτια της. Και είδα μέσα τους τον κόσμο. Μόνο που τον φανταζόμουν πιο ήμερο. Άνοιξε τα μάτια της, αυτά τα θολά ματάκια που παλεύουν με τις εικόνες απ τους δυό κόσμους, και θόλωσαν τα δικά μου. Ακόμα θολώνουν, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα πια. Μόνο να μην βλέπω θολά τα πράγματα.
Βγήκα στο ζεστό καλοκαιρινό βράδυ ιδρωμένος. Χαρούμενος. Μπερδεμένος. Η ζωή άνοιγε λογαριασμούς. Εγώ έκλεινα.

"Ξέρεις θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι;"

"Τι πράγμα;"

"Αγαπάω κι άλλη γυναίκα"

Σιωπή που πελεκούσε σπλάχνα. Γέλασα.

"Από σήμερα αγαπώ και την κόρη μου"

Γέλασε κι αυτή. Όπως γελά.

Χρόνια πολλά κορίτσι μου. Και συγνώμη...

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2008

ΓΥΝΑΙΚΑ ΦΑΚΙΡΗΣ


Ήταν γύρω στα 16. Όχι κλειστά. Εκείνη δυό χρόνια μεγαλύτερη. Ήταν ένας έρωτας που μύριζε τσίχλα ADAMS δυόσμου,κολώνια ΜΥΡΤΩ και φόβο. Μην τους δουν. Μην τους καταλάβουν. Στο καμαρίνι ενός παλιού αγροτικού. Αγχωμένος έρωτας. Άβολος. Δεν ήξερε, φοβόταν, ήταν και το χειρόφρενο. Το δίχως άλλο το χειρόφρενο έφταιγε.

Εκείνη άναψε τσιγάρο μόλις έσβησε τη δική της φλόγα. Πήρε την παλάμη του και την έβαλε πάνω στο στήθος της

"Βλέπεις δεν ταιριάζουμε. Μια γυναίκα και ένας άντρας ταιριάζουν αν το στήθος της χωράει ακριβώς στην παλάμη του" .

Ναι δεν ταίριαζαν. Έφταιγε και το χειρόφρενο που εμπόδιζε. Και σίγουρα το φρένο που δεν έβαλε από τότε στον έρωτα.

Από εκείνους τους εφηβικούς έρωτες δεν έμεινε τίποτα. Μόνο η μέτρηση. Η παλάμη του είχε γίνει ένα ερωτικό μετρικό σύστημα. Η παλάμη άνοιγε και απλωνόταν στο γυναικείο στήθος Μέτραγε σαν το γοβάκι της σταχτοπούτας. Ταιριάζει; Καμιά δεν ταίριαζε. Φρόντιζε να μην ταιριάζει. Όλο κάτι περίσσευε,κάτι δεν έφτανε.

Σε εκείνο το ξενοδοχείο δεν μύριζε ούτε φόβος, ούτε κολώνιες,ούτε ενοχές. Μύριζε υποσχέσεις ανθρώπων και προσμονή αγριμιών. Εκείνη άναψε τσιγάρο. Αυτός άπλωσε την παλάμη στο στήθος της. Να μετρήσει την σταχτοπούτα του.

"Κοίτα ταιριάζουμε. Το στήθος σου χωράει ακριβώς στην παλάμη μου. Είναι ένδειξη λένε αυτό"

Εκείνη γέλασε. "Βρε χαζό δεν ισχύει αυτό. Τα κορμιά ξέρουν. Κοίτα τα κορμιά μας. Η κάθε καμπύλη σου είναι φτιαγμένη για να ταιριάζει στη δική μου. Δες το. Τα κορμιά ξέρουν"

Εφάρμοζε τις καμπύλες της πάνω στο κορμί του. Πλήρης εφαρμογή. Τα κορμιά ξέρουν.Μόνο αυτός δεν ήξερε.

Κοίταξε την ανοιχτή παλάμη του. Τις γραμμές, τους ρόζους. Πολύ σκληρό για γοβάκι σταχτοπούτας. Άλλωστε τα κορμιά είναι αυτά που ξέρουν.

Όλα τα κορμιά έχουν καμπύλες. Μόνο το δικό του έχει γωνίες. Λεπίδια

Λες να υπάρχει γυναίκα φακίρης;


Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

ΛΥΚΟΣ


Την ένοιωσε, δεν την είδε. Πρώτα την ένοιωσε. Όπως ο λύκος το θήραμα. Πλησίασε με τον αέρα που υπόσχεται θύελλες. Την μύρισε. Αυτή τη μυρωδιά κάτω απ το άρωμα. Η βασανιστική ισορροπία που παίζει με την μικρή φλέβα στο λαιμό. Άρωμα, γυναίκα. Γυναίκα άρωμα.Γυναίκα. Κι αυτός λύκος.

"Γειά σου είμαι η Κατερίνα. Από δω ο Γιάννος"

Γύρισε και την είδε. Αυτή ήταν η Κατερίνα. Και αυτός κάποιος. Κάποιος που τη συνόδευε. Αυτή ήταν λοιπόν η Κατερίνα. Γνωστή ηθοποιός. Με τον αέρα της. Παιδί κάποιας παλιάς θύελλας. Μάνα κάποιας καινούριας.

Έλαμπε. Σταύρωσε τα τεράστια πόδια της και πάνω της σταυρώθηκαν τα βλέματα του κόσμου. Άπλωσε τα χέρια της σαν υπόσχεση και σε λίγο το γέλιο της. Γέλαγε. Μισόκλεινε τα μάτια και γέλαγε. Δυό μικρές ρυτίδες εμφανίζονταν σε κάθε μάτι. Ήταν σίγουρος πως αγνοούσε την ομορφιά τους. Τη φοβόταν. Πόσο όμορφη ήταν.

Χάθηκε μέσα στην κουβέντα της μεγάλης παρέας και ύστερα αναδύθηκε. Με τα μαύρα της μαλλιά, με το γέλιο της, με το κλάμα της. Ναι το κλάμα της. Κανένας δεν τον καταλάβαινε. Μόνο αυτός. Ο λύκος.

Γύρισε τα μάτια του και είδε τον Γιάννο. Αρκετά μικρότερος. Δεν ήξερε τι σημαίνει θύελλα. Τι θα πει ναυάγιο. Πώς κοιτάει ο λύκος. Ο Γιάννος ασχολιόταν "με πέτρες". Εννοούσε με διαμάντια και η φράση ήταν το ακρότατο σύνορο του χιούμορ του. Η Κατερίνα γέλαγε με το κλάμα της. Διαχεόταν, διέκοπτε, πρωταγωνιστούσε. Παντού. Με τον αέρα αυτού που κυριαρχεί, με τη μπόρα αυτού που φοβάται.

"Σ αρέσει το κρασί" τη ρώτησε

"Πολύ" του απάντησε

"Αυτό φταίει;"

"Όχι"

Την ήξερε. Ήξερε τι θα του απαντούσε. Ήξερε τι έπρεπε να τη ρωτήσει. Της το είπε.

"Σε ξέρω. Ξέρω πώς τρως, πώς κάνεις έρωτα. Ξέρω πως θες να σε ταίσω με τα δάχτυλα, ξέρω πως θες να ταράξω την κατασκευασμένη ηρεμία σου, ξέρω πως προτιμάς τη θύελλα που μπορώ να εξαπολύσω απ αυτή που μπορεί να ξεσπάσει μέσα σου".

Χαμογέλασε. "Το νοιώθω αυτό που λες" του απάντησε, "μήπως φταίει η ομοιότητα που λένε όλοι πως έχω με την πρώην σου"

Γέλασε αυτός. "Φταίει η ομοιότητα που έχεις με όλες τις γυναίκες που θέλουν να γίνουν άλλες αλλά δεν αντέχουν ούτε αυτό που είναι ούτε την αλλαγή"

Ήπιε μια γρήγορη γουλιά από το ποτήρι της και κοίταξε λοξά προς τη μεριά του Γιάννου.

"Θέλεις να βρεθούμε να τα πούμε, με ενδιαφέρει η άποψή σου" του είπε

"Όχι, γιατί είσαι αλογάκι της Παναγίας"

"Τι;"

"Τρως αυτόν που ερωτεύεσαι γιατί δεν τον αντέχεις. Δεν αντέχεις την απαίτηση που έχει η ίδια η επιλογή σου. Θες να υπάρχεις χωρίς κόστος και αυτό είναι το κόστος σου. Μοναξιά λέγεται. Με θόρυβο.Γι αυτό διάλεξες τον "πετρά". Είσαι αυτοκαταστροφική"

Τα μάτια της γυάλισαν. Πίστεψε πως θα κλάψει. Γύρισε όμως στην παρέα και άρχισε να γελά χωρίς λόγο. Έκανε και αυτός το ίδιο. Σαν λύκος γύρισε αργά το κεφάλι προς τον Γιάννο και τον ρώτησε:

"Εσύ που ασχολείσαι με διαμάντια έχεις δει τι χρώμα έχει το διαμάντι όταν το βγάζει ο "ντιγκαμαν" από τις λάσπες στη Σιέρα Λεόνε"

"Βέβαια από διάφανο ως μαύρο"

"Όχι φίλε μου"

"Αφού έχω δει"

"Έχει το χρώμα απ το θολό βλέμα της μοναξιάς. Της μοναξιάς μιας γυναίκας ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους"

Πέμπτη 19 Ιουνίου 2008

ΑΛΜΑ


Δένει τα κορδόνια. Κοιτάει τον πήχη.Ξέρει.

Το άλμα είναι κάτι που δεν σε κάνει να σέρνεσαι. Και να ντρέπεσαι

Τρίτη 17 Ιουνίου 2008

Η ΠΙΟ ΜΕΓΑΛΗ ΩΡΑ


Η στιγμή. Αυτή η στιγμή που σε τσιμπά σαν το κεντρί της μέλισσας. Και ξυπνάς. Σήκωσε το φλυτζάνι με τον καφέ και ήπιε. Πόσα χρόνια είχε να πιεί έτσι καφέ. Να τον μυρίσει. Γέλασε. Κάπου στην άκρη των χειλιών υπήρχαν δυό σταγόνες καφέ. Τις έγλειψε με απόλαυση. Η στιγμή. Που μυρίζεις, που νοιώθεις, που επανέρχεσαι. Που είσαι έτοιμος.

Πού είχε χαθεί; Γιατί είχε χαθεί; Λάτρευε το μυαλό του. Το εμπιστευόταν. Γιατί τον πρόδωσε; Ή μήπως το πρόδωσε αυτός;

Γιατί δέχθηκε να ανταλλάξει την πνευματικότητά του με έναν ανούσιο πόλεμο για το τίποτα; Γιατί αντικατέστησε τον προβληματισμό του με το πρόβλημα; Γιατί δεν το πέταξε από πάνω του; Κουράστηκε. Η μάχη για το αυτονόητο.Παραδόθηκε, γι αυτό. Γδαρμένος από τη βία του μικρού που παράγουν οι μικροί.

Γέλασε ξανά. Τι είναι οι άνθρωποι; Και πόσα δεν είναι;

Πέρασαν 11 χρόνια. Άλλαξε. Ήταν ένα παιδαρέλι που πίστευε πως μπορεί να τα καταφέρει όλα. Και έγινε ένας σαραντάρης που αναρωτιέται τι κατάφερε. Τι κατάφερε;

Πέρασε τα δάχτυλα μέσα στα μαλλιά του. Αυτάρεσκα. Στους κροτάφους έχει λίγες γκρίζες τρίχες. Νάρκισσε...

Τη θυμήθηκε ξαφνικά να τον ρωτά: "έτσι λοιπόν είμαι εγώ, αυτό που περιγράφεις;" Ο καθένας είναι αυτό που επιλέγει. Κι όταν περπατά δίπλα σου, κι όταν ξεμακρύνει.

Την έσβησε. Την έκλεισε σαν την τηλεόραση. Από σεβασμό περισσότερο. Για να μην την δει να καταρρέει. Ξέρει πως θα καταρρεύσει, όπως ακριβώς ήξερε όσα τις είχε πει. Μόλις ο θυμός της σβήσει, μόλις οι δικαιολογίες και τα άλλοθί της τελειώσουν θα καταρρεύσει. Μέσα στην εικονική της πραγματικότητα.

Την έσβησε για να μην το ζήσει. Να μην την δει να γίνεται δυστυχισμένη μέσα στην αναζήτηση μιας αόριστης ευτυχίας. Να μην τη δει να ξεπέφτει. Να αλλάζει τσάντες, ρολόγια και μετά άντρες ψάχνοντας αυτό που δεν μπορεί να βρει. Να μην τη βλέπει να τσακίζεται πάνω στις δικαιολογίες. Να πέφτει απ τα σύννεφα που έφτιαξε για να κρύβει την αλήθεια.

Την έσβησε. Για να έχει μια εικόνα για το μακρινό μέλλον. Απείραχτη.

Χάιδεψε το μάγουλό του. Φρεσκοξυρισμένο. Έντεκα χρόνια ξυριζόταν , πόζαρε στον καθρέφτη και σαν να έβλεπε αυτή μονολογούσε "γειά σου όμορφη, σ αγαπώ".

Γέλασε. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον καθρέφτη μέσα του. Πήρε ύφος, έγλειψε τα χείλια του και μονολόγησε :

"Γειά σου όμορφε. Σ αγαπώ.Επιτέλους σ αγαπώ"

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

ΕΤΣΙ ΑΠΛΑ


Το θέμα "γυναίκα" δεν επιδέχεται καμία απλούστευση.


Οι γυναίκες πάλι, πολλές...

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

ΣΕΙΣΜΟΣ


Και ήρθε η ώρα του σεισμού. Του σεισμού που σάρωσε και πάλι την ευπρέπεια και την αίσθηση ευθύνης. Μια χούφτα επιστήμονες. Ο κόσμος τους κοιτάει στα μάτια για να ακούσει τι θα πουν. Και αυτοί λύνουν διαφορές και βγάζουν απωθημένα. "Οι σεισμοί δεν προβλέπονται, η ομάδα ΒΑΝ δεν έχει κάνει καμιά πρόβλεψη"

Ένα από τα πιο σοβαρά επιστημονικά θέματα, με την ανοχή του κράτους που ουδέποτε ξεκαθάρισε τι ακριβώς γίνεται, γίνεται αντικείμενο σπέκουλας στα κανάλια.

Πριν από χρόνια ο Παναγιώτης Βαρώτσος, ένας ιδιόμορφος επιστήμονας, ανακοίνωσε πως με την ομάδα του είναι κοντά στην πρόβλεψη των σεισμών. Όταν οι μεγάλες μάζες στο εσωτερικό της γης πιέζονται πριν συνθλιβούν και δημιουργήσουν σεισμό, παράγουν ηλεκτρικά φορτία. Ρεύμα. Η ανίχνευση του ρεύματος μπορεί να οδηγήσει σε πρόβλεψη του σεισμού. Η ομάδα ΒΑΝ υποστηρίζει πως η παράλληλη μελέτη και άλλων προσεισμικών φαινομένων (συμπεριφορά σύννεφων, υπόγειων νερών, ζώων) μπορεί να δώσει στο μέλλον πρόβλεψη.

Δεν ξέρω αν ο έλληνας φυσικός έχει στα χέρια του τη δυνατότητα πρόβλεψης. Αν έχει πάρει μεγάλα κονδύλια για την έρευνά του. Αν δεν είναι όσο ακριβής υποστηρίζει. Καταλαβαίνω όμως πως πρόκειται για κάποιον ο οποίος κάνει έρευνα. Και επιχειρεί αυτό που ενδεχομένως φαίνεται ακατόρθωτο. Όπως έκαναν όλοι οι μεγάλοι επιστήμονες πριν τις ανακαλύψεις τους.

Απέναντί του βλέπω μια άνομοιόμορφη ομάδα καθηγητάδων να υποστηρίζουν με θρησκευτική ευλάβεια και αντιεπιστημονικά το "δεν". Οι σεισμοί δεν προβλέπονται και νυν και αεί.

Αν ήταν έτσι, ο άνθρωπος δεν θα πηγαινε στο φεγάρι, δεν θα ανακάλυπτε την πενικιλίνη, δεν θα επικοινωνούσε μέσω ίντερνετ. Η επιστημονική σκέψη, η έρευνα δεν παράγεται από τα "δεν" των καρεκλοκένταυρων. Από την μικροψυχία των μέτριων. Παράγεται από την αμφισβήτηση. Πόσο μάλλον, όταν όλοι αυτοί οι καθηγητάδες του "δεν", έχουν ανακοινώσει κατά καιρούς πως οι ίδιοι έχουν τη λύση της πρόβλεψης. Και μάλιστα πολλοί απ αυτούς κρυφά πουλάνε "προβλέψεις" σε δήμους και νομαρχίες.

Μακάρι να ήξερα τι ακριβώς έχει ανακαλύψει ο κύριος Βαρώτσος. Εγώ πάντως είμαι με το μέρος του Γαλιλαίου που επέμενε πως η γη γυρίζει. Η Ιερά Εξέταση με τρομάζει. Κι αυτή και τα "δεν" της

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ


Κακιά μέρα. Οι άνθρωποι μπορούν να πνιγούν μέσα σε αυτό που νοιώθουν. Να τους ξεβράσει το "γιατί" στην άκρη της ζωής. Μπορεί να τσακιστούν στα ίδια τα βράχια που κάποτε κάθισαν για να απολαύσουν τη ζωή. Κακιά μέρα.

Σιωπή. Άκουγα το μέταλλο του αναπτήρα να γδέρνει την τσακμακόπετρα για λίγη φλόγα. Και μέσα μου όλα γδαρμένα. Χωρίς σπίθα. Άπλωσα το χέρι να κλείσω τα τηλέφωνα. Να μην χτυπήσουν. Να μη με βρούνε. Να μη με ρωτήσουν.
Πριν προλάβω να το κλείσω χτύπησε. Απάντησα.

"Έίμαι ο Στέφανος έλα τώρα απ το σπίτι"

"Δεν μπορώ ρε φίλε, δε γίνεται ίσως αύριο"

"Τώρα υπάρχει λόγος"

Πήγα. Με γδαρμένο το μέσα μου, με τελειωμένο τον αναπτήρα, χωρίς φλόγα, χωρίς. Απλώς χωρίς. Άνοιξε την πόρτα και μπήκα. Ο Στέφανος ντυμένος στα άσπρα έσυρε το σκαμπώ ως το πιάνο.


"Από δω η Σόνια"

"Ναι σε ξέρω"

"Σώπα και άκου"


Στο μπαλκόνι μου μύρισε η γαρδένια. Ο Στέφανος στα άσπρα χάθηκε μέσα στις μουσικές και το μαύρο του πιάνο . Και η Σόνια με το έντονο κοκκινάδι στα χείλια άρχισε να παίρνει εκείνο το στήσιμο της ντίβας. Σαν να ήταν όχι στην Κυψέλη αλλά στη Σκάλα του Μιλάνο ή στην Όπερα της Βιέννης. Σαν να ετοιμαζόταν να της απονείμουν πάλι το βραβείο Μαρία Κάλας.

Η μουσική απ το πιάνο ξεχύθηκε. Ήρεμα και μετά κυριαρχικά. Κάτι μου θύμιζε αλλά τι;

Και τότε η ντίβα άνοιξε τα χείλια με το κοκκινάδι κι όλα έγιναν μια φωνή. Από κάπου έβγαινε που δεν καταλάβαινα. Αλλά χτυπούσε πάνω μου. Καταπάνω μου. Ρεύμα. Ήταν τα λόγια, που τα χάιδευε τέτοια φωνή. Γνωστά λόγια


Απ τη Σμύρνη ως τη Βαγδάτη

μπερδεμένοι οι καιροί

πνίγηκαν μες τον Ευφράτη

του Παράδεισου τα Ουρί

Ένας γέρος στη Νατζάφη

ξύνει δυο παλιές πληγές

και ματώνουν της ζωής του

έρωτες και συμφορές


Παραμύθι του καιρού μου

ποιό το τέλος ποια η αρχή

κόκκινη κλωστή δεμένη

στην ανέμη τυλιγμένη

δως της Θέ μου αντοχή


Ο Στέφανος στα άσπρα έχει χαθεί στο μαύρο πιάνο του, η Σόνια έχει γονατίσει στο πάτωμα και στέλνει στον ουρανό τη φωνή της και εγώ έχω γονατίσει μέσα μου και κλαίω.

Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Πώς γίνονται τόσα κακά και καλά σε μια μέρα. Πόσο όμορφο είναι ένα τραγούδι. Πόσο βλάκας μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος;


"Σ άρεσε;"

"Μ άρεσε" μόνο αυτό κατάφερα να πω

"Θα το τραγουδήσω στην Όπερα είναι το τραγούδι μου. Μπορώ να ζήσω με αυτό. Μεγάλο ποίημα. Όπως και τα άλλα. Θα τα τραγουδήσω όλα"


Πόσο αμήχανος μπορεί να γίνει ένας άνθρωπος; Και πόσα να καταλάβει σε μια μέρα. Η ζωή είναι εκεί έξω. Στην κάθε μας μέρα. Αλλά δεν μπορούν να τη ζήσουν όλοι. Γιατί δεν φτάνει να της ανάβεις κεριά. Πρέπει να μπορείς εσύ να κάνεις το θαύμα...




Σάββατο 31 Μαΐου 2008

ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ


Εσύ που αντικρίζεις τόση ομορφιά στον καθρέφτη σου


Πώς κλείνεις τα μάτια;


Στο σκοτάδι τίποτα δεν λάμπει αν δεν το κοιτάς


Εγώ ψάχνω το φως μου


Γι αυτό αγαπώ νύχτα



----------------------------------------------------

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

ΕΡΩΤΑΣ ΜΟΝΟΣ


Του έρωτα ο πόνος

σαν άνθρωπος μόνος

μετρά τα σημάδια

μαχαίρια ή χάδια;

Κι όλα δρόμος


Εμείς που ζήσαμε τα ίδια πάθη

ποιός είναι ρόδο

και ποιός αγκάθι

'Ετσι που κάναμε τα ίδια λάθη

ποιός έχει πάθει

ποιός έχει μάθει;


Η αγάπη σου νόμος

και κλέφτης ο χρόνος

με μέρες χαμένες

δικές μου μα ξένες

Κι όλα πόνος


Εμείς που ζήσαμε τα ίδια πάθη

ποιός είναι ρόδο

και ποιός αγκάθι

'Ετσι που κάναμε τα ίδια λάθη

ποιός έχει πάθει

ποιός έχει μάθει;

Τετάρτη 21 Μαΐου 2008

ΣΑΝ ΞΕΝΟΣ


Ξένος δεν υπήρξε κανείς

σε οικεία αγάπη

Σε έδαφος μνήμης

δεν φυτρώνουν μισές αλήθειες

Ο Αύγουστος με νερό αρμυρό

και -μι και -ρο

και φύκια.

Με την αφέλεια παιδιού στα χείλια

γέλια κοχύλια.

Μόνο στα μαλλιά σου

μπερδεύονται τα λόγια μου

Και κάποιο -ι

ενός παλιού Ιούλη

Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

ΦΤΑΙΝΕ Ο ΚΩΝΩΠΕΣ


Έχω διυλίσει κώνωπες, μα με τις κάμηλους έκανα θηλιές. Άλλες τις πέρασα σε μένα και νομίζω πως τις πιο πολλές, σε άλλους. Με διασώζει που δεν ξέρω πότε και σε ποιούς. Αλλά δεν με κάνει και περήφανο. Βλάκα μόνο. Και έρχεται η ώρα, αυτή που χτυπά για σένα μόνο για σένα, που η αυτάρκειά σου, με την κορδωμένη ελαφρότητά της, δε σου αρκεί για να μην πνιγείς.
Και ψάχνεις το βάρος της ουσίας. Ένα χαμόγελο, μια χαζή υπόσχεση, μια διαβεβαίωση που δεν είναι τίποτα άλλο από την εξομολόγηση της ανάγκης. Όλα αυτά που από πάνω τους πέταγαν οι θορυβώδεις κώνωπες της αυτοικανοποίησης. Και τα σχοινιά; Τα σχοινιά αφού δεν σε έπνιξαν,ίσως πάνω τους κρεμάσεις τη συγνώμη

Πέμπτη 15 Μαΐου 2008

ΣΤΑ ΚΑΡΟΤΣΙΑ


Έβγαλα προχθές τα παιδιά για φαί.


"Τι θα πιείτε παιδιά νεράκι ή καμιά κόκα κόλα;"

"Μπα καμιά μπυρίτσα καλύτερα..."

Πώς; Τι; Πότε; Τι μπυρίτσα ρε παιδιά;Δηλαδή εγώ τώρα πρέπει να πιω τσάι;


Πριν προλάβω να ξεπεράσω το σοκ, πήρε η μεγάλη από το Λονδίνο:

"Άκου να δεις έχουμε πρόβλημα. Ο μικρός μας, τα έχει με μία γκόμενα που καθόλου δεν την γουστάρω και η οποία τον παίζει. Έχει γίνει χάλια. Μήπως να του μιλήσεις;"

Ποιά γκόμενα ρε παιδιά; Ποιά παίζει; Αφού αυτός έπαιζε με τα αυτοκινητάκια;


Μάλιστα. Η Λονδρέζα έχει και μπλογκ. Και γράφει βαθυστόχαστα για τους έρωτές της. Και όταν της γράφω σχόλια με τρόπο, μου απαντάει κιόλας. Άκου θράσος.


Η μεσαία αποκαλεί τον μικρό,πώς τον λέει,... α... "μουνόδουλο". Ο Μπαμπινιώτης της ερωτικής τέχνης. Και κάνει και ανάλυση


Ρε θα σας βάλω πίσω στα καρότσια με το μπιμπερό, και θα σας τσουλάω όλη μέρα να έχω το κεφάλι μου ήσυχο.


Άκου έρωτες.


Έρωτες; Ε;


Ε από πού πήραν τα παιδιά...


----------------------------------------------------

Κυριακή 11 Μαΐου 2008

ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ


Πέρασα μετά από χρόνια. Δεν ξέρω γιατί αλλά πέρασα. Το μπαλκονάκι μικρό. Τα δέντρα μεγάλωσαν μετά από τόσα χρόνια. Έξω από το αριστερό παράθυρο, ένα μικρό τραπεζάκι. Ίσα να χωράει έναν καφέ, ένα τασάκι και ψιλολόγια. Καθόταν στην καρέκλα ακουμπώντας τα πόδια στα κάγκελα. Δεν θα ήταν πάνω από τριάντα. Σε λίγο βγήκε και αυτή. Νέα, όμορφη, με τον αέρα του έρωτα. Άφησε ένα φλυτζάνι με καφέ στο τραπεζάκι και πέρασε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Αυτός την κοίταξε και της έπιασε το χέρι.Γέλασαν και οι δυό χωρίς λόγο. Άναψε ένα τσιγάρο και της το έδωσε. Το πήρε προσεκτικά στα δάχτυλα και τον φίλησε.

Έμεινα να τους κοιτάω για ώρα. Μπήκα στον πειρασμό να τους φωνάξω. "Ε εσείς. Απ τα παράθυρά σας έχω δει τον κόσμο. Στην μεγάλη κουζίνα με το πρωινό φως, η μυρωδιά του καφέ μου έχει ποτίσει τους τοίχους σας. Στην κρεββατοκάμαρά σας, ξέρω όλα τα σημάδια στο ταβάνι. Και τα πατώματά σας είναι χαραγμένα απ την αγωνία μου.Το σπίτι σας ήταν το σπίτι μου"

Δώδεκα χρόνια πριν. Μόλις είχα χωρίσει. Στη Λόρδου Βύρωνος, σε ένα δυαράκι έριξα πρόχειρα ένα στρώμα στο πάτωμα και δυό καρέκλες στο άλλο δωμάτιο. Άδειο σπίτι. Γέμισε γρήγορα με φόβους, με ανομολόγητες ενοχές. Τα παιδιά πρώτα και κύρια. Το μέλλον. Θα αντέξω; Θα άντεχα ό,τι και αν συνέβαινε γιατί υπήρχε αυτή. Υπήρχε ο έρωτας που μόλις είχα συστηθεί μαζί του. Με ανέτρεπε, με όριζε, με έκανε δυνατό, ευτυχισμένο.

Άντεξα. Σκόρπισα μέσα μου και ξαναγεννήθηκα. Έφτιαξα ένα σκληρό κέλυφος για να προστατεύω αυτά τα μικρά ευαίσθητα κομμάτια μέσα μου. Με προστάτευε αλλά με έκρυβε κιόλας.

Άντεξα. Ίσως έκανα λάθος. Μπορεί οι άνθρωποι να μην πρέπει να αντέχουν πάντα. Να σπάνε. Να ραγίζουν για να μπαίνει μέσα τους και αυτό που δεν γνωρίζουν.

Λέω να ξαναπεράσω απ τη Λόρδου Βύρωνος και αυτή τη φορά θα φωνάξω "ε εσείς, αν δεν αντέξετε δεν πειράζει"

Παρασκευή 9 Μαΐου 2008

ΑΠΟΡΙΑ


Μέχρι σήμερα η λαική ρήση "φάε λάδι και έλα βράδυ", υπέκρυπτε πολλές φορές κάποια σεξουαλικά υπονοούμενα. Μετά την αποκάλυψη πως ηλιέλαιο μαγειρικής είχε νοθευτεί με ορυκτέλαια, όποιος λέει τη φράση αυτή πραγματικά με τη σεξουαλική της σημασία, αρκεί να έχει πάνω του προφυλακτικά ή χρειάζεται τίποτα φλάτζες, μπουζί και τσιμούχες;

Τρίτη 6 Μαΐου 2008

ΠΟΤΕ ΠΕΡΑΣΑΝ 42 ΧΡΟΝΙΑ;


Πάντα είχα καλές σχέσεις με τον χρόνο. Σε χρόνο αόριστο έγιναν όσα με καθόρισαν. Γεννήθηκα, έκλαψα,γέλασα,με γέλασαν, αγάπησα. Ο παρατατικός είχε τη συμβολή του. Μετέτρεπε το συμβάν, σε ζωή μέσα απ την επανάληψη, σε εμπειρία. Έτσι έμαθα να γελάω, να κλαίω, να αγαπάω...Ο ενεστώτας πάντα στοιχημάτιζε με τα ενδεχόμενα υποσχόμενος πως θα δικαιωθεί.Στάθηκε η πιο απατηλή έκφραση του χρόνου. "Ξέρω" αλλά δεν έμαθα ακόμη. "Μπορώ" αλλά υποφέρω. "Αγαπώ" αλλά δεν φτάνει. Στον μέλλοντα έχω απλώσει τη μπουγάδα μου. Κάτι όνειρα, δυο τρεις υποσχέσεις,ματιές με νόημα, και νοήματα που ψάχνουν μάτια. Αν κάνει καλό καιρό θα έχω κάτι να φορέσω. Ακόμη και ο υπερσυντέλικος που υπήρξε πάντα δύστροπος είχε κάτι να μου προσφέρει. Τις αναμνήσεις. Είχα...Είχα;
Ας μιλήσουμε με παρακείμενο. Έχω συμπληρώσει 15.340 μέρες ζωής. Ή αν θέλετε 42 χρόνια. Σε όλους τους χρόνους


Αυτό λοιπόν είναι για μένα


Get your own playlist at snapdrive.net!

Στίχοι: Λάκης Παππάς - Μουσική: Γιάννης Αργύρης
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη



Και αυτό για όποιον θεωρεί ότι το δικαιούται





Στίχοι: Κατίνα Παΐζη - Μουσική: Βασίλης Δημητρίου
Πρώτη εκτέλεση: Χρήστος Θηβαίος


(Ευχαριστώ τον μόνο και μοναδικό κούκο για την ευγενική χορηγία των ασμάτων.Χρωστάω ούζο στο νησί)

Δευτέρα 5 Μαΐου 2008

ΘΩΜΑ ΕΙΣΑΙ ΣΠΙΤΙ ΤΟ ΞΕΡΩ


Σπίτι είναι ο Θωμάς. Πού να πάει;Είναι αρχές του μήνα και έχει 100 ευρώ. Βαριέται να πάει και ως το ΑΤΜ να κάνει μια αναληψούλα για να πεταχτεί στη Χαβάη. Αλλά Χαβάη βρε παιδί μου! Πάλι Χαβάη;

Σε καταλαβαίνω.Πώς είναι έτσι αυτή η ζωή! Να σηκώνεις τηλέφωνα, να κάνεις αναλήψεις, τα τρέχεις στην άκρη του κόσμου.Τςς τςς τςς...Καθημερινότητα,μουντή καθημερινότητα.
Να σε ρωτήσω ρε Θωμά.Δουλεύεις;Ναι εεε. Πόσα παίρνεις; 700 ευρώ ρε μεγάλε; Μπράβο,εξαιρετικό σε βρίσκω. Γι αυτό πας Χαβάη, Μπαχάμες,Πουκέ.Όταν επιστρέψεις Θωμά μου από τη Χαβάη, η Ελλάδα θα είναι αλλιώς δυστυχώς. Θα έχουν φύγει όλοι οι 700ευρίτες για Χαβάη.Κατάλαβες Θωμά; Όχι ε...Γι αυτό σε στέλνουν Χαβάη εσένα και την γκόμενα.

Έχουν πρηχτεί τα συκώτια μου με αυτό τον ύμνο της ενοχικής ανοησίας που ακούω παντού. Στα ραδιόφωνα, στις καφετέριες,στους δρόμους.Η ζωή είναι απλή και όταν λέμε ότι πρέπει να τη χαιρόμαστε εννοούμε να βάζουμε στόχους μακρόπνοης και μακρινής διασκέδασης.Και μόνο. Οι οποίοι θα ικανοποιηθούν δι αυτοματισμού. Κάτι σαν το αυτόματο μηχάνημα αναλήψεων.Κι αν το αυτόματο μηχάνημα δεν δίνει γιατί απλώς δεν έχετε, πάρτε ένα δάνειο ρε αδελφέ. Φυσικά από την Millenium Bank την οποία επίσης υμνεί η κυρία Πρωτοψάλτη.

Κάποτε η μαζική κουλτούρα του καπιταλισμού, προέτασε τον φιλελευθερισμό και το αμερικάνικο όνειρο. Όλοι μπορείτε να πιστεύετε πως θα πετύχετε, ενώ το σύστημα πλουτίζει.

Τώρα η μαζική κουλτούρα προτάσει την ανοησία. Αποβλακωθείτε, μην ανησυχείτε, παραθοδείτε στα χρυσά μας χέρια.Αφήστε τα όνειρα. Όνειρο είναι ότι διαθέτει την αβάσταχτη ελαφρότητα της ανοησίας.

Ο Θωμάς, ο κάθε Θωμάς αισθάνεται ένοχος που δεν μπορεί να κάνει όσα λέει το τραγούδι. Τι ένοχος, ούτε γκόμενα δεν θα έχει με τα μυαλά αυτά. Και δεν μπορεί να εξηγήσει ποιός φταίει. Άλλωστε τον έχουν μάθει να μην εξηγεί. Μόνο να καταναλώνει. Ο Θωμάς της Ελλάδας μπορεί να αγοράσει ταμπόν ενώ δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει και μπορεί να πέσει να πεθάνει αν δεν πάει Χαβάη. Φταίει αυτός λοιπόν.
Ή θα χρεωθεί για να γίνει συμβατός με μια ζωή τηλεσπότ (στην millenium είπαμε) ή θα βουλιάξει στον βάλτο μιας τεχνητής υπαρξιακής θύελας (ποιός είμαι, γιατί δεν είμαι έτσι,εγώ φταίω, απέτυχα...)

Ευτυχώς υπάρχουν και οι άπιστοι Θωμάδες.Κάτι τύποι καχύποπτοι, υποψιασμένοι,που πίνουν ούζο, γλεντάνε με την γυναίκα τους και την καμαρώνουν (στη Μάνη ρε αδελφέ),τους κοιτάει στα μάτια κι αυτή (αηδία αυτά τα χαβανέζικα πουκάμισα) και περνούν μια χαρά. Πάνε μετά στη δουλειά και λένε "δεν είναι έτσι τα πράγματα, αφήστε τα παραμύθια". Κι όταν ακούσουν πως ο Καραμανλής κουράστηκε ή ο Γιωργάκης έπεσε από το ποδήλατο σκάνε και κανένα ανέκδοτο. Ξέρω πολλούς τέτοιους ευτυχώς. Που αν συναντήσουν πουθενά την Πρωτοψάλτη θα της πουν :"γιατί ρε γαμώτο"

---------------------------------------

Σάββατο 3 Μαΐου 2008

ΕΣΕΙΣ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ


Ε, εσείς, ερωτευμένοι, με την υπόσχεση στα μάτια. Και οι άλλοι που τη ζηλεύετε γιατί δεν ήρθε στα δικά σας. Τραβάτε δίπλα σο blog του ΜΗΘΥΜΝΑΙΟΥ,να διαβάσετε και να ακούσετε ένα απ τα πιο όμορφα ερωτικά ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ. Το ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ του Ελύτη.
Όσοι προσκυνήσατε κάποιο έρωτα στο κάστρο της Μήθυμνας, σκεφθείτε πως είναι σούρουπο. Ο ήλιος πέφτει προς το Σίγρι, μπροστά στα μάτια του Αλμπέρ Καμύ κι εκείνος περιγράφει το πιο όμορφο ηλιοβασίλεμα του κόσμου. Στο κάστρο,στη μεγάλη πόρτα, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, φτάνει από την Πόλη για να ζητήσει για νύφη την κόρη του Γατελούζου. Τον υποδέχονται ο Μίκης και ο Ελύτης.

και αυτό από τον...άλλο

Έρωτας σταυροφόρος
Ο φέρων και ο έχων
Πόσες φορές
Την ευθύνη
Στα πόδια σου
Εσύ που νίκησες σκιες
Θα ακούς βήματα στις σκάλες.
Σιγά θα ξυπνήσει
Μα δεν...
Πάντα το ίσως


Ο πίνακας είναι της φίλης

ΜΑΡΙΑΝΑΣ Ηλιοβασίλεμα στην Πέτρα, απέναντι από την Μήθυμνα της Λέσβου

Πέμπτη 1 Μαΐου 2008

ΟΛΑ ΝΥΧΤΑ


Ν αγαπάς σα να λες καληνύχτα
σα να βάζεις στην τσέπη κλειδιά
έτσι απλά σα να έρχεται η νύχτα
στο κρεββάτι στη δική μου μεριά

Ν αγαπάς σα να λες καληνύχτα
ποια νύχτα
Ν αγαπάς, να θυμάσαι
μη φοβάσαι

Ν αγαπάς σα να βλέπεις φεγγάρι
σα ν ανοίγεις μια πόρτα κλειστή
και γω θα μαι του δρόμου φανάρι
ξεχασμένο, μια λάμπα σβηστή

Ν αγαπάς σα να λες καληνύχτα
ποια νύχτα
Ν αγαπάς, να θυμάσαι
μη φοβάσαι

Ν αγαπάς σα να είναι για πάντα
το "ποτέ" μην το πεις πουθενά
και γω που χω κλεισμένα σαράντα
την αγάπη μαθαίνω ξανά

Ν αγαπάς σα να λες καληνύχτα
ποια νύχτα
Ν αγαπάς, να θυμάσαι
μη φοβάσαι

ΙΣΩΣ


"Ο Χρήστος έπαθε έμφραγμα. Είναι στην εντατική, δεν ξέρουν αν θα ζήσει". Τόσο εύκολα παθαίνουν οι άνθρωποι έμφραγμα. Και τόσο απλά κάποιος σε παίρνει τηλέφωνο για να τον ακούσεις να κλαίει. Να μοιράσει τον πόνο που νοιώθει ,δεξιά και αριστερά μήπως και μικρύνει
Ο Χρήστος είναι ξάδελφός μου. Δεν έχουμε ιδιαίτερες σχέσεις. Άλλες πόλεις, άλλες γενιές. Μας συνδέει όμως μια βαθειά εκτίμηση. Όταν ήμουν μικρος, ο Χρήστος ήταν για μένα το πρότυπο.Το παιδί που κατάφερε να ανατρέψει όλα τα φαινομενικά προδιαγεγραμμένα. Τον πατέρα του Χρήστου, τον εκτέλεσαν. Όχι οι εχθροί. Οι έλληνες. Ήταν ένας μεγάλος επαναστάτης, που δεν αντάλαξε τις ιδέες του ούτε με την προσφορά ζωής που του έκαναν την τελευταία στιγμή. Μερικά χρόνια πριν είχε μοιράσει τα τσιφλίκια στους ακτήμονες με το έτσι θέλω και βρέθηκε στην Ακροναυπλία. "Αν υπάρχει δεύτερη ζωή, ακόμη και εκεί θα παλεύω", ήταν οι τελευταίες του κουβέντες στο εκτελεστικό απόσπασμα (πόσο αφύσικο ακούγεται "εκτελεστικό απόσπασμα" κι όμως δεν πέρασαν τόσα πολλά χρόνια)
Ο γιος του ο Χρήστος,ήταν εφτά χρόνων. Επιβίωσε πουλώντας κουλούρια. Πέρασε πρώτος στο Πολυτεχνείο και έζησε μια ζωή όλο ανατροπές. Όχι πολιτικές. Στον τομέα αυτό η φύση του μαχητή Χρήστου ήταν φοβική.Οι άνθρωποι που εκστόμιζαν μεγάλες ιδέες φάνταζαν το ίδιο επικίνδυνοι με αυτούς που τις πολεμούσαν.
Σκληρός και ευαίσθητος ταυτόχρονα, με την υπόσχεση της κατανόησης που ήξερες πως την είχε έτοιμη. Αεικίνητος, έστηνε επιχειρήσεις, έβρισκε πατέντες, έψαχνε. Μόνο τη ζωή του δεν κατάφερε να στήσει όπως ήθελε. "Ξάδερφε η ζωή είναι απλή, γι αυτό παρουσιάζουμε δυσκολία να την κατανοήσουμε" έλεγε. Είχε δίκιο. Έχει δίκιο.
Ο Χρήστος έπαθε έμφραγμα σε αυτή τη γαμημένη απλή ζωή που είναι δύσκολο να κατανοήσουμε.
Έπιασα το τηλέφωνο χωρίς να έχω πάρει την απόφαση. Τελικά έγραψα μήνυμα "Ο Χρήστος είναι στην εντατική, μπορείς να βοηθήσεις;"
Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως "είμαι σίγουρη πως είνα σε καλά χέρια. Ίσως αύριο"
Η ζωή είναι απλή. Μπορεί να γραφτεί με ένα έμφραγμα, ακόμη και με ένα ίσως. Ίσως αύριο... Ίσως αύριο να είναι αργά