
Δεν σε θυμάμαι.
Όλοι άλλοι είμαστε


Ο Ορλάντο "Κασαίτο" Λόπεζ, άφησε για πάντα το μπάσο. Επαγγελματίας του ερασιτεχνισμού,και γι αυτό μουσικός από έρωτα, έφυγε μετά τον Ιμπραχήμ Φερέρ και τον Κομπάι Σεκούντο. Δεν ξέρω για άλλους τι σημαίνουν οι Buena Vista Social Club. Φαντάζομαι. Τόσο, που μπορώ να το χορέψω. Για μένα; Για μένα σημαίνουν πολλά. Νοσταλγία από έρωτα και επανάσταση, λογαριασμούς και με τα δύο. Με τη μνήμη δεν λογαριάζεσαι. Εύχεσαι μόνο να αντέχεις.Στη Μαλεκόν, ο Ατλαντικός μαστιγώνει όσους έχουν το θράσσος και τον έρωτα να πλησιάσουν. Οι μουλάτες ιδρωμένες μυρίζουν πιπέρια και κρυφές ηδονές. Ο κομαντάτε Τσε αγναντεύει το μέλλον που θα τον κάνει κι άλλα εφηβικά όνειρα και μπλουζάκια. Κάπου αγκομαχά μια μηχανή που προσπαθεί να βγάλει χυμό από ζαχαροκάλαμο. Η αλμύρα μοιάζει με υπόσχεση δροσιάς αλλά είναι κατάρα. Μια ακόμη φωτογραφία στο σκαμπώ που καθότα ο Χέμινγουει. Και ένα πούρο ακόμη. Τα κορμιά μουσκεύουν μα ίσως να είναι ρούμι. Το National , το ξενοδοχείο της Επανάστασης διατηρητέο.Oπως η Επανάσταση. Τα χρώματα, ο ήχος του γυαλιού στα ποτήρια που τσουγκρίζουν, το πλήθος. Το πλήθος που ανοίγει αφήνοντας έναν τραγουδιστό ψίθυρο. "Ο Κομπάι, ο Κομπάι". Ο Κομπάι με το λινό μπεζ κουστούμι, το Montecristo νούμερο 4,και το σάστισμα για το πώς έγινε τόσο γνωστός. Ο Κομπάι που χτυπάει το κουταλάκι του καφέ μετατρέποντάς το σε μουσικό όργανο. Ο Κομπάι που διψάει και πίνει ron, ρούμι. Και μετά τραγουδάει το Chan Chan.



Τα δικά μου τα χρόνια
Έρωτες και λαμπιόνια
Κι όταν κλείνει η αυλαία
Μια γυναίκα μοιραία
Όλα γύρω μου πρόζα
Κι εγώ παίρνω την πόζα
Η ζωή θεατρίνα
Φωτισμένη βιτρίνα
Πού ειν η φλόγα ν ανάψω;
Με τα χάδια να κάψω;
Όποιος ξέρει αγαπάει
Στο χαμό του κι ας πάει
Δεν είμαι εγώ, τα μάτια κλείσε
Δεν είμαι εγώ, είμαι ότι είσαι
Ρίξε τα φώτα, όλα σαν πρώτα
Δικά μου χρόνια, φώτα λαμπιόνια
Η δικιά μου πορεία
Μια παλιά απορία
Σα μοιραίο ερώτημα
Θα ακουστεί χειροκρότημα;
Έλα χόρεψε τώρα
Πάντα είναι η ώρα
Στα τακούνια μου πάνω
Τα όνειρά μου τα φτάνω
Έλα δως μου τσιγάρο
Μία φλόγα να πάρω
Και στους τίτλους του τέλους
Σ αγαπώ επιτέλους
Δεν είμαι εγώ, τα μάτια κλείσε
Δεν είμαι εγώ, είμαι ότι είσαι
Ρίξε τα φώτα, όλα σαν πρώτα
Δικά μου χρόνια, φώτα λαμπιόνια

ΝΥΧΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ
Τα νεύρα μας είναι σπασμένα. Να αρχίσει γαμώτο να τελειώνουμε. Να τρέξει η αδρεναλίνη να μας λυτρώσει. Να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας με το φόβο και να αρχίσουμε κάτι να κάνουμε. Αυτή η αναμονή είναι θάνατος. Ο Αλέξης έχει ανοίξει ένα μπουκάλι με ουίσκι , ρουφάει μια γουλιά και δοκιμάζει τη γεννήτρια. Αρχίζω να σηκώνω τις ντάνες με τα μπουκάλια του νερού για να βγάλω το κρυμμένο δορυφορικό τηλέφωνο. Πρέπει να πάρω Ελλάδα, πρέπει να πάρω οπωσδήποτε. Πρέπει. Μια γουλιά ουίσκι. Η Βαγδάτη από κάτω όμορφη. Πολύ όμορφη. Πότε θα ξεκινήσει γαμώτο; Πότε; Θα πεθάνουμε αφημένοι στα νύχια της αναμονής. Ο Αλέξης στήνει προσεκτικά το πιάτο του δορυφορικού να μην μας δουν από κάτω. Πιάσαμε δορυφόρο; Πιάσαμε. Γιατί δεν πιάνει Ελλάδα. Είναι 19 Μαρτίου πανάθεμά με. Πρέπει να πάρω Ελλάδα. Γιατί δεν πιάνει; Να δεις που θα βομβαρδίσουν σήμερα.
Κλείνω τα μάτια και υπόσχομαι στον εαυτό μου πως όταν τα ξανανοίξω, θα δω στο καντράν του τηλεφώνου το σήμα της ανοιχτής γραμμής. Τα ανοίγω. Ναι πιάνει. Ή όχι; «Ναι; Μ ακούς παιδί μου; Μ ακούς αγόρι μου;». Τα γαμημένα τα σήματα και οι δορυφόροι. Τρία δεύτερα καθυστέρηση. Ακούω τη φωνή του ή μου φαίνεται γαμώτο..
« Σ ακούω μπαμπά, είσαι καλά;»
«Ναι αγόρι μου είμαι καλά, δεν παθαίνω τίποτα μη φοβάσαι. 19 Μαρτίου σήμερα, σε πήρα για να σου πω χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σου. Συγνώμη που δεν είμαι εκεί. Ξέρεις, είσαι μεγάλος πια»
«Ξέρω ρε μπαμπά. Να προσέχεις»
«Δεν ξέρω πότε θα τα ξαναπούμε»
Ο Αλέξης δοκιμάζει τη γεννήτρια. Εγώ τις αντοχές μου. Ο πόλεμος έχει αρχίσει. Μέσα μου. Η Βαγδάτη είναι όμορφη. Για πόσο;
«Αλέξη τα τηλέφωνα δεν πιάνουν θα έχουμε επίθεση. Πιάσε γραμμή με Ελλάδα με το κανάλι και κράτα τη ανοιχτή»
Η Βαγδάτη είναι όμορφη. Και η ζωή . Και αυτή η λάμψη. Τεράστια. Καταπίνει και προχωρά. Το ξενοδοχείο τρέμει. Μπορεί και να φλέγεται. Μπορεί και να έχουμε πεθάνει και να μην το ξέρουμε. Πεθάναμε γαμώτο ή όχι; «Ζεις ρε;» «Ζω». «Ζούμε». «Ακούει η Ελλάδα;» «Ακούει».
Ο πόλεμος ξεκίνησε ...










